Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2025

Η προσωρινή αναστολή του νόμου από τον Αγησίλαο ως ιστορικό πρόπλασμα της κατάστασης ανάγκης στο Συνταγματικό Δίκαιο

 Η προσωρινή αναστολή του νόμου από τον Αγησίλαο ως ιστορικό πρόπλασμα της κατάστασης ανάγκης στο Συνταγματικό Δίκαιο 


Ανδρέας Δημητρόπουλος Ομ. Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών 


1. Εισαγωγή

 Η μάχη των Λεύκτρων (371 π.Χ.) σηματοδότησε το τέλος της σπαρτιατικής ηγεμονίας και έφερε τον βασιλιά Αγησίλαο Β΄ αντιμέτωπο με ένα σοβαρό δίλημμα: να τηρήσει έναν νόμο που απαγόρευε την είσοδο ηττημένων στρατιωτών στη Σπάρτη ή να τον αναστείλει προσωρινά, για να διασώσει την πόλη από την αποσύνθεση. Επέλεξε το δεύτερο, διακηρύσσοντας πως ο νόμος δεν πρέπει να καταργηθεί, αλλά να ανασταλεί για μία ημέρα (Πολύαινος, Στρατηγήματα 2.1.19). Η πράξη αυτή συνιστά το πρώτο ιστορικό παράδειγμα συνειδητής αναστολής της ισχύος  κανόνα δικαίου χάριν της σωτηρίας της πολιτείας λαο της νομιμότητας.


1.Ιστορικά

 α. Ο νόμος που απαγόρευε την είσοδο ηττημένου στρατού

Στη Σπάρτη ίσχυε ένα παλαιό έθος (νόμος άγραφος, εθιμικός, ρήτρα) που όριζε ότι όποιος στρατός ηττάται δεν πρέπει να εισέλθει στην πόλη, γιατί θεωρούνταν «μίασμα» — ένδειξη ντροπής και ταπείνωσης. Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα (Ελληνικά, VI, 5), υπήρχε παλαιός σπαρτιατικός νόμος που απαγόρευε σε στρατό ηττημένο να εισέλθει στην πόλη, ώστε να μην «μιανθεί» η Σπάρτη από την ήττα.  Ο ηττημένος στρατός όφειλε να στρατοπεδεύσει έξω από τις πύλες, ώσπου η Γερουσία και οι έφοροι να αποφασίσουν αν θα επιτραπεί η είσοδος ή αν θα επιβληθούν κυρώσεις (π.χ. αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων, απώλεια πολιτείας — ἀτιμία).

β. Η απόφαση του Αγησιλάου — προσωρινή αναστολή του νόμου

Μετά τη συντριβή στα Λεύκτρα (371 π.Χ.), ο στρατός των Σπαρτιατών —οι λεγόμενοι μόρμονες— γύρισε συντετριμμένος.  Οι πύλες της Σπάρτης, σύμφωνα με το έθος, έπρεπε να παραμείνουν κλειστές. Ο  Αγησίλαος Β΄, υποδέχτηκε τα απομεινάρια του στρατού και  έδωσε εντολή να ανοίξουν προσωρινά, αναστέλλοντας για μία ημέρα (σύμφωνα με νεότερες μαρτυρίες και την παράδοση που μας διασώζει ο Πλούταρχος και ο Πολύαινος) την ισχύ του νόμου. Η αιτιολόγησή του ήταν πρακτική και πολιτική: «Ο νόμος αυτός θεσπίστηκε για να προστατεύει τη Σπάρτη από τη δειλία, όχι για να την καταστρέψει όταν χρειάζεται να σωθεί.» Με την αναστολή: επέτρεψε στους στρατιώτες να μπουν, να ξεκουραστούν και να ξαναβρούν το φρόνημά τους,απέτρεψε στάση ή πανικό εκτός των τειχών και, το σημαντικότερο, διατήρησε τη συνοχή της πόλης σε στιγμή υπαρξιακού κινδύνου. 

 Ο Αγησίλαος έδωσε διαταγή να ανοίξουν οι πύλες και να μπορέσουν να μπουν οι στρατιώτες, χωρίς θρήνους ή δημόσιο πένθος. Η διαταγή του ήταν χαρακτηριστική: «Μη θρηνείτε· δεν χάθηκε η Σπάρτη όσο μένουν οι άνδρες που μπορούν να την υπερασπιστούν.»  Έτσι, κατόρθωσε με ψυχραιμία να αποτρέψει την κατάρρευση της πόλης και να διαφυλάξει το ηθικό των Σπαρτιατών — αν και η στρατιωτική και πολιτική τους δύναμη δεν ανέκαμψε ποτέ πραγματικά μετά τα Λεύκτρα.

Η πράξη αναστολής δεν περιγράφεται ρητά από τον Ξενοφώντα, ο οποίος στα Ἑλληνικά είναι μάλλον φειδωλός και συγκρατημένος.  Ωστόσο, ο Πλούταρχος και ο Πολύαινος (Στρατηγήματα Β΄, 1, 19) μας δίνουν το υπόβαθρο της απόφασης:


2. ΟΙ Πηγές

α) Ξενοφών


Στα «Ἑλληνικά» του Ξενοφώντα, βιβλίο ΣΤ΄, κεφάλαιο 5, όπου περιγράφει την επιστροφή των Σπαρτιατών μετά τη συντριβή στα Λεύκτρα. 

Ξενοφῶν, Ἑλληνικά VI, 5, 28–29

Ὁ δὲ Ἀγησίλαος, ἀκούσας τὸν λόγον, οὐκ ἐθαύμασε τὰ λεχθέντα·
ἀλλ’ ἐπεὶ ἔγνω ὅτι ἐκεῖνοι ἀπέθανον, ἔκλινε πρὸς τοὺς θεοὺς
καὶ οὐδὲν ἄλλο εἶπεν ἢ «οὐκ ἂν εἶεν οὗτοι ἄνδρες κακοί».
Καὶ ἐκέλευσε μὴ κλαιέτω μηδεὶς μηδὲ θρῆνον ἐν πόλει γίγνεσθαι,
ἀλλὰ καὶ τῶν ἀπολειφθέντων ἐκ τῆς στρατιᾶς, ἐπειδὴ ἥκοιεν,
ἐκβῆναι καθαροὺς εἰς τὰ ἱερὰ καὶ προσενέγκαι τοῖς θεοῖς.

Όταν ο Αγησίλαος άκουσε την είδηση (της ήττας στα Λεύκτρα),
δεν έδειξε ταραχή·  αλλά, όταν έμαθε πως οι άνδρες εκείνοι είχαν πεθάνει,
προσευχήθηκε στους θεούς και είπε μόνο:  «Δεν θα μπορούσαν να είναι αυτοί κακοί άνδρες».  Και διέταξε να μη θρηνήσει κανείς ούτε να γίνει δημόσιο πένθος, αλλά και όσοι σώθηκαν από τη στρατιά,  όταν επιστρέψουν, να εξέλθουν καθαροί στα ιερά  και να προσφέρουν θυσίες στους θεούς.

β) Πλούταρχος

Είναι συγκλονιστική η ψυχραιμία και η αυτοπειθαρχία που επιβάλλει ο Αγησίλαος. Αντί να αφήσει τη Σπάρτη να βυθιστεί σε πένθος, επέβαλε σιωπή, λατρεία και αξιοπρέπεια — κάτι που θυμίζει το ιδεώδες του καλοῦ καὶ ἀγαθοῦ Σπαρτιάτη πολίτη.Σε σχετικό χωρίο Αγησίλαος 29–30, ο Πλούταρχος περιγράφει πώς ο βασιλιάς αντιμετώπισε την ήττα στα Λεύκτρα. 

Πλούταρχος, Αγησίλαος 29–30

Ὅτε δὲ τὰ Λεῦκτρα κατέπεσον, καὶ πολλοὶ τῶν Σπαρτιατῶν ἀπώλοντο,
ἔπεμψαν εἰς Σπάρτην ἄγγελον.
ὁ δὲ Ἀγησίλαος, ἀκούσας, οὔτε ἠλλοίωσεν ἄνθρωπον οὔτε μεταβαλὼν ἔργον
ἐποίησεν, ἀλλ’ ἔμεινεν ἐν τῇ συνηθείᾳ τῆς ἡσυχίας.
καὶ προσέταξε τοῖς πολίταις μηδὲν ἀναξίως τοῦ Σπαρτιάτου ποιεῖν,
μηδὲ γυναικὶ κραυγὴν ἢ θρῆνον ἐπιτρέπειν,
ἀλλ’ ἐξελθεῖν ἅπαντας εἰς τὰ ἱερὰ καὶ θύειν τοῖς θεοῖς,
ὡς ἂν ἀγαθὰ συμβεβηκότα τῇ πόλει.

Όταν ήρθε η είδηση της καταστροφής στα Λεύκτρα, όπου χάθηκαν πολλοί Σπαρτιάτες,  έστειλαν αγγελιοφόρο στη Σπάρτη.  Ο Αγησίλαος, μόλις άκουσε την είδηση, δεν άλλαξε καθόλου στην όψη ούτε εγκατέλειψε την ηρεμία του·
συνέχισε τις συνηθισμένες του πράξεις.  Και διέταξε τους πολίτες να μη συμπεριφέρονται ανάξια Σπαρτιατών,  να μη θρηνεί καμιά γυναίκα ούτε να ακούγεται κραυγή στην πόλη,  αλλά όλοι να βγουν στα ιερά και να προσφέρουν θυσίες στους θεούς,  σαν να είχε συμβεί κάτι καλό για την πατρίδα.

Ο Πλούταρχος προσθέτει αμέσως μετά ένα θαυμάσιο σχόλιο:

«Καὶ τοῦτο μὲν οὐδενὶ ἄλλῳ πλὴν Ἀγησιλάῳ κατορθωθῆναι ἔδοξεν· ὁ δὲ χαρακτὴρ τῆς πόλεως, ὡς ἔπος εἰπεῖν, δι’ αὐτοῦ ἐσώθη.»

«Και αυτό θεωρήθηκε πως κανείς άλλος δεν θα το κατόρθωνε παρά μόνο ο Αγησίλαος· διότι, θα έλεγε κανείς, το ήθος της πόλης σώθηκε χάρη σ’ αυτόν.»

Ουσιαστικά, ο Πλούταρχος βλέπει σ’ αυτή τη στάση την τελευταία λάμψη του σπαρτιατικού ήθους· ο Αγησίλαος αντιπροσωπεύει τη δύναμη της πειθαρχίας και της πολιτικής αρετής — ακόμη κι όταν η πόλη του έχει χάσει την εξωτερική της ισχύ.


 γ) Πολύαινος

Πολύαινος, Στρατηγήματα 2.1.19

«Ἀγησίλαος ἐπειδὴ τοὺς Σπαρτιάτας ἡττημένους ἔγνω, καὶ ἐπειδὴ νόμος ἦν τοῖς ἡττημένοις μὴ ἐσέρχεσθαι εἰς τὴν πόλιν, ἔδοξε μὲν τὸν νόμον μὴ ἀναιρεῖν, ἀλλ’ ἐπ’ ἡμέραν μίαν ἀναστέλλειν, ἵνα σωθῇ ἡ πόλις.»

Μετάφραση:
«Όταν ο Αγησίλαος έμαθε ότι οι Σπαρτιάτες είχαν ηττηθεί και υπήρχε νόμος που απαγόρευε στους ηττημένους να μπουν στην πόλη, αποφάσισε όχι να καταργήσει τον νόμο, αλλά να τον αναστείλει για μία ημέρα, για να σωθεί η πόλη.»

Αυτό είναι το χωρίο-κλειδί που αναφέρεται στη 24ωρη αναστολή — και δείχνει τη διαφορά μεταξύ ἀναστολῆς νόμου (προσωρινή, με σκοπό τη σωτηρία του συνόλου) και κατάργησης νόμου (μόνιμη, ανατρεπτική).


3. Η έννοια της αναστολής και η λογική της ανάγκης 


Η απόφαση του Αγησίλαου δεν καταργεί τον νόμο· τον διατηρεί εν ισχύ αλλά αναστέλλει προσωρινά την ισχύ του. Αυτή η διάκριση είναι ουσιώδης: η αναστολή (suspensio) δεν είναι κατάργηση, ανατροπή (abrogatio). Η πράξη του βασιλιά ενσαρκώνει την πεποίθηση ότι η νομιμότητα υπηρετεί έναν υπέρτερο σκοπό — την ύπαρξη της πόλης και την ενότητα του Δήμου. Όπως θα έλεγε αργότερα ο Κικέρων, «Salus populi suprema lex esto». Ο Αγησίλαος κινήθηκε όχι εκτός νομιμότητας, αλλά εντός του πνεύματός της: προέβη σε μια ελεγχόμενη εξαίρεση για τη διατήρηση της κανονικότητας, όχι για την ανατροπή της. Αυτό ακριβώς τον διαφοροποιεί από κάθε αυθαίρετο ηγεμόνα ή πραξικοπηματία (Cartledge, 1987). 


4. Από την ἐπιείκεια του Αριστοτέλη στη συνταγματική εξαίρεση 

Στα Ηθικά Νικομάχεια (Ε΄, 10), ο Αριστοτέλης διατυπώνει την έννοια της ἐπιείκειας ως διορθωτικού στοιχείου του δικαίου. Ο επιεικής άρχων παρεκκλίνει από το γράμμα του νόμου όταν αυτό, αν εφαρμοστεί άτεγκτα, θα οδηγήσει σε άδικο αποτέλεσμα. Ο Αγησίλαος αποτελεί πρόδρομο αυτής της σκέψης: η απόκλιση από τον κανόνα δεν είναι άρνηση του δικαίου, αλλά έκφραση ανώτερης δικαιοσύνης. Αιώνες αργότερα, ο Machiavelli θα θεσμοποιήσει αυτή την ιδέα με τη 'ragione di Stato', ενώ ο Carl Schmitt θα τη μετατρέψει σε θεωρία της εξαίρεσης — «κυρίαρχος είναι όποιος αποφασίζει για την εξαίρεση» (Schmitt, 1922). Ωστόσο, ενώ στον Schmitt η εξαίρεση μπορεί να γίνει εργαλείο αυταρχισμού, ο Αγησίλαος εκφράζει την ηθική της σωτηρίας της πόλης. 


5. Η σύγχρονη συνταγματική διάσταση


 Στο σύγχρονο Συνταγματικό Δίκαιο, η κατάσταση ανάγκης επιτρέπεται μόνο ως προσωρινή αναστολή θεμελιωδών κανόνων για τη διάσωση της έννομης τάξης. Η αρχή αυτή εκφράζεται στο άρθρο 48 του ελληνικού Συντάγματος (Δημητρόπουλος, 2020). Η νομιμότητα δύναται να αναστείλει προσωρινά τον εαυτό της για να διατηρήσει τη συνέχειά της. Αντίθετα, οι δικτατορικές εξαιρέσεις  χρησιμοποιούν τη ρητορική της 'έκτακτης ανάγκης' για να εγκαθιδρύσουν νέα κανονικότητα. Η διαφορά είναι σαφής: η εξαίρεση του Αγησίλαου είναι συνταγματική, στοχεύει στη σωτηρία της πόλης· η εξαίρεση του δικτάτορα είναι αντισυνταγματική, διότι επιδιώκει τη μονιμοποίηση της αναστολής. Ο Αγησίλαος δεν νομιμοποιεί την κρίση — τη θεραπεύει. 


6. Συμπέρασμα 


Η προσωρινή αναστολή του νόμου από τον Αγησίλαο  αποτελεί πρώιμη έκφραση μιας συνταγματικής αρχής: ότι η νομιμότητα περιέχει τον μηχανισμό της ίδιας της σωτηρίας της. Η εξαίρεση, όταν λειτουργεί για να διατηρήσει το Σύνταγμα, είναι στοιχείο της συνταγματικής τάξης· όταν λειτουργεί για να το ανατρέψει, είναι η άρνησή του. Ο Αγησίλαος δείχνει ότι η αληθινή εξουσία δεν είναι αυτή που επιβάλλει τον νόμο, αλλά αυτή που γνωρίζει πότε και πώς να τον αναστείλει για να τον διασώσει.  «Η αναστολή της ισχύος του νόμου, όταν γίνεται για τη διατήρηση της κανονικότητας, αποτελεί πράξη υπέρ της νομιμότητας και όχι σε βάρος της. Αυτή η λεπτή γραμμή είναι που διαχωρίζει τη συνταγματική ανάγκη από την αυθαίρετη εξουσία.»  



Τετάρτη 24 Μαΐου 2023

Οι "Δίδυμες" Εκλογές 21ης Μαΐου΄/ 25ης Ιουνίου 2023

 




Ανδρέας Γ. Δημητρόπουλος

Ομ. Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου

Νομικής Σχολής Παν/μίου Αθηνών 


Η ρύθμιση του άρθρου 37 του Συντάγματος και συγκεκριμένα η αναγκαστική διάλυση της Βουλής μετά την άκαρπη διερευνητική διαδικασία, δημιούργησε το φαινόμενο των "διδύμων* εκλογών κατά το οποίο, το αποτέλεσμα των πρώτων εκλογών γίνεται η αιτία διεξαγωγής σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα των  αμέσως επόμενων, των δεύτερων δηλαδή εκλογών. Δεν πρόκειται απλώς για τη διεξαγωγή  δύο εκλογών το ίδιο έτος όπως άλλωστε έχει συμβεί σε πολλές περιπτώσεις στην πολιτική ιστορία και την τελευταία φορά το 2015. Οι δίδυμες εκλογές γίνονται και οι δύο σε ελάχιστο χρονικό διάστημα μέχρι περίπου 40 ημέρες οι μεν από τις δε, με αιτία διεξαγωγής των δεύτερων την αδυναμία σχηματισμού κυβερνήσης από τη συγκεκριμένη Βουλή.

 Τα θέματα που γεννώνται και αφορούν τις δύο αυτές  εκλογές και το μεταξύ τους χρονικό διάστημα είναι πράγματι πολύ ενδιαφέροντα. 

 Και πρέπει ιδιαίτερα να τονιστεί ότι οι δεύτερες εκλογές δεν είναι "επαναληπτικές" εκλογές στην κυριολεξία του όρου, ο οποίος και χρησιμοποιείται για διαφορετικές περιπτώσεις. Δεν επαναλαμβάνονται οι ίδιες εκλογές άλλα διεξάγονται νέες δεύτερες εκλογές. Το φαινόμενο των δεύτερων εκλογών, που ζούμε τις μέρες αυτές εμφανίστηκε πρόσφατα και το 2012.

  Το πρώτο χαρακτηριστικό όπως ήδη σημειώθηκε είναι ο εξαιρετικά λίγος χρόνος που μεσολαβεί ανάμεσα στις δύο εκλογές. Ο χρόνος αυτός δεν είναι μεγαλύτερος από τον απόλυτα αναγκαίο για την τήρηση των διαδικασιών, που προβλέπονται από το Σύνταγμα και τον προεκλογικών προθεσμιών που ορίζει η εκλογική νομοθεσία. 

  Την επομένη των εκλογών ημέρα Δευτέρα αφού ο πρόεδρος της τελευταίας Βουλής ενημερώσει επισήμως τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για τα αποτελέσματα αρχίζει η διερευνητική διαδικασία η οποία αποτελείται από δύο στάδια πρώτον τις διερευνητικές εντολές και δεύτερον την σύγκλιση των αρχηγών. Οι 3 διερευνητικές εντολές μπορούν να διαρκέσουν συνολικά εννέα ημέρες καθόσουν καθεμία διαρκεί τρεις ημέρες, είναι δυνατόν όμως η προθεσμία αυτή να παραταθεί επί ισοψηφίας με την τέταρτη διερευνητική εντολή η και να συντμηθεί σημαντικά όπως έγινε στην παρούσα περίπτωση. Την Δευτέρα 22 Μαΐου 2023 το μεσημέρι η πρώτη διερευνητική εντολή ανατέθηκε στον αρχηγό του πρώτου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος Κυρ. Μητσοτάκη, ο οποίος και την παρέδωσε το απόγευμα της ίδιας ημέρας. Την επόμενη 23 Μαΐου το πρωί κλήθηκε να αναλάβει τη διερευνητική εντολή ο αρχηγός του δεύτερου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος Α. Τσίπρας, ο οποίος και δεν την παρέλαβε λόγω έλλειψης προϋποθέσεων σχηματισμού κυβέρνησης και το απόγευμα της ίδιας ημέρας κλήθηκε ο αρχηγός του τρίτου κόμματος Ν. Ανδρουλάκης ο οποίος και κατέθεσε αμέσως την τρίτη εντολή. Την Τετάρτη 24 Μαΐου 2023 πραγματοποιήθηκε η δεύτερη φάση της διερευνητικής διαδικασίας, η σύγκλιση των αρχηγών η οποία υπήρξε και αυτή εξαιρετικά σύντομη. Έτσι η διερευνητική διαδικασία απέβη τελικά άκαρπη και θα διοριστεί υπηρεσιακή κυβέρνηση για τη διεξαγωγή των επόμενων εκλογών με πρωθυπουργό τον Ιωάννη Σαρμά προέδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου ο οποίος και θα ορκιστεί την Πέμπτη 25 Μαΐου ενώ την Παρασκευή 26 Μαΐου διορίζονται η υπουργοί της υπηρεσιακής κυβέρνησης (181η κυβέρνηση από συστάσεως του ελληνικού κράτους). Πρόκειται πράγματι για ρεκόρ σύντμήσης του χρόνου της συνταγματικής διερευνητικής διαδικασίας.

Το  επόμενο "παράδοξο* στο μεταξύ των δύο εκλογών διάστημα είναι ο ελάχιστος χρόνος του βίου της Βουλής, που προέκυψε από τις πρώτες δηλαδή από τις εκλογές της 21ης Μαΐου. Η αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης οδηγεί στην διεξαγωγή εκλογών η οποία όμως προϋποθέτει την διάλυση της Βουλής. Για να διαλυθεί όμως η Βουλή πρέπει προηγουμένως να συγκληθεί και να συγκροτηθεί σε Σώμα. Η ημερομηνία σύγκλησης της Βουλής αυτής ορίζεται ήδη στο προεδρικό διάταγμα με το οποίο προκηρύχθηκαν οι εκλογές της 21ης Μαΐου, και το διάταγμα αυτό ορίζει την 1η Ιουνίου 2023. Πρέπει πάντως να τονιστεί, ότι ο ορισμός ημερομηνίας σύγκλησης της νέας Βουλής ήδη με το διάταγμα προκήρυξης των εκλογών είναι θέμα, που αφορά την ομαλή πορεία και την ασφάλεια του δημοκρατικού κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Έτσι γεννάται το ερώτημα αν η ημερομηνία αυτή μπορεί να αλλάξει με νεότερο προεδρικό διάταγμα κάτι το οποίο όμως δεν έχει γίνει μέχρι στιγμής. Κάτ' οικονομία και λαμβάνομένου υπόψη του σκοπού της διάταξης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι είναι δυνατή η σύντμηση όχι όμως και η παράταση τις ημερομηνίες σύγκλησης της Βουλής με νεότερο προεδρικό διάταγμα. Έτσι συντομεύει ο βίος της υπηρεσιακής κυβέρνησης και ο χρόνος ανάδειξης τακτικής της κυβέρνησης, κάτι πολύ σημαντικό για την διαχείριση των ζητημάτων που απασχολούν τη Χώρα ιδιαίτερα σε κρίσιμες περιόδους. Ενώ ο χρόνος διεξαγωγής των δεύτερων εκλογών έφερετο η 2α Ιουλίου ο χρόνος αυτός φαίνεται να συντομεύεται κατά μία εβδομάδα περίπου, την 25ηΙουνίου 2023.  

  Από τη στιγμή κατά την οποία η διερευνητική διαδικασία απέβη άκαρπη η αναδειχθείσα Βουλή είναι θνησιγενής, δεν έχει  πλέον ζωή. Για να "πεθάνει" όμως πρέπει να ολοκληρωθεί ο τοκετός που άρχισε με τις εκλογές, πρέπει δηλαδή να συγληθει και να συγκροτηθεί σε σώμα. Την πρώτη μέρα θα ορκιστούν οι βουλευτές θα εκλέξουν τον νέο πρόεδρο της Βουλής και την δεύτερη μέρα θα εκλέξουν τα μέλη του προεδρείου. Αμέσως μετά μπορεί να εκδοθεί το διάταγμα διάλυσης της βουλής και να οδηγηθεί η χώρα στις δεύτερες εκλογές. Πρόκειται δηλαδή για μία Βουλή, που συγκροτήθηκε για να διαλυθεί, για μία Βουλή που ζει λίγες μόνο ώρες.

  Οι δεύτερες εκλογές δεν θα διεξαχθούν με το ίδιο εκλογικό σύστημα. Η απλή αναλογική ήδη *κάηκε" όπως λέγεται, σε κάθε όμως περίπτωση η ψήφιση του νεότερου εκλογικού νόμου εισήγαγε και πάλι το σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής, της οποίας βασικό χαρακτηριστικό είναι η πριμοδότηση δηλαδή το μπόνους του πρώτου κόμματος με 50 συνολικά έδρες κλιμακωτά ήτοι με 20 έδρες εφόσον το πρώτο κόμμα λάβει 25% και από κει και πέρα με δύο έδρες για κάθε ποσοστιαία μονάδα και εφόσον φθάσει το 40% λαμβάνει το σύνολο της πριμοδότησης δηλαδή  50 έδρες. Λαμβανομένου υπόψιν και άλλων παραγόντων όπως και κυρίως του συνολικού ποσοστού των κομμάτων που τελικά δεν θα εκπροσωπηθούν στη Βουλή, το πρώτο κόμμα χρειάζεται ποσοστό περίπου 37% προκειμένου να αποκτήσει αυτοδυναμία, κάτι το οποίο δεν φαίνεται να αμφισβητείται στις επόμενες εκλογές. 

 Οι εκλογές της 21ης Μαΐου 2023 με μία ιστορικά πρωτόγνωρη για ομαλές συνταγματικοπολιτικές συνθήκες διαφορά σχεδόν  21 ποσοστιαίων μονάδων μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου κόμματος δημιούργησε ένα πολύ διαφορετικό πολιτικό σκηνικό. Στη Βουλή δεν υπάρχουν πλέον δύο μεγάλα πολιτικά κόμματα τα οποία μπορούν να αναμετρηθούν στις επόμενες εκλογές για το ποιος θα αναλάβει τη διακυβέρνηση του τόπου. Στη Βουλή υπάρχει ένα μεγάλο πολιτικό κόμμα, 2 μικρομεσαία με ποσοστά από 10 έως 20% που διαφέρουν 8,5 περίπου μονάδες και τα υπόλοιπα μικρά κόμματα κάτω του 10%. Κάτω από αυτές τις συνθήκες  το μεγάλο διακύβευμα των εκλογών που έρχονται δεν είναι τόσο η διακυβέρνηση αλλά η ανάδειξη όχι μόνο αριθμητικά αλλά και ουσιαστικά, αξιωματικής αντιπολίτευσης.


Τετάρτη 3 Μαΐου 2023

Ο ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΣ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΙς ΕΚΛΟΓΕΣ ΓΙΑ ΛΟΓΟΥΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ Η Απόφαση ΑΠ Τμ. Α΄8/2023

 


ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ 

ΟΜ.ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ 

ΝΟΜΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ


Δημοσιεύθηκε η απόφαση του Α τμήματος του Αρείου Πάγου με αριθμό 8/2023 η οποία λήφθηκε με μεγάλη πλειοψηφία (9 επί συνόλου10) με την οποία δεν επιτρέπεται στο κόμμα “ Εθνικό Κόμμα Έλληνες” (του Ηλία Κασιδιάρη) η συμμετοχή στις εκλογές της 21ης Μαΐου 2023. Είναι η πρώτη φορά  από το 1975  που απαγορεύεται η συμμετοχή κόμματος στις εκλογές  για λόγους που αφορούν την αντίθεση του κόμματος αυτού προς την Ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Πρέπει καταρχήν να σημειωθεί ότι δεν πρόκειται  για απαγόρευση λειτουργίες πολιτικού κόμματος καθόσουν ο θεσμός αυτός δεν προβλέπεται από το ισχύον Σύνταγμα, αλλά για απαγόρευση συμμετοχής σε συγκεκριμένες εκλογές. Ήδη παλαιότερα επανειλημμένα είχα γραπτά και προφορικά εκφράσει την άποψη ότι παρά το ότι συντακτικός νομοθέτης δεν προβλέπει την απαγόρευση πολιτικών κομμάτων όπως συμβαίνει σε άλλα συντάγματα πχ στο γερμανικό είναι εντούτοις δυνατή - σε εξαιρετικές και ιδιαίτερα εμφανείς μόνον περιπτώσεις-  η απαγόρευση συμμετοχής στις συγκεκριμένες εκλογές καθόσουν πολύ ορθότερα και κατά κυριολεξία   πρόκειται για; αυτοαποκλεισμό πολιτικού κόμματος από τις συγκεκριμένες εκλογές διότι το ίδιο με τον λόγο και την δράση του θέτει εαυτό εκτός συνταγματικού πλαισίου. Η απαγόρευση συμμετοχής σε συγκεκριμένες εκλογές σε αντίθεση προς την απαγόρευση λειτουργίας έχει προσωρινό χαρακτήρα και παρέχει την δυνατότητα επανένταξης του συγκεκριμένου κόμματος στη Συνταγματική τάξη σε σύντομο χρονικό διάστημα. . Το ότι η απόφαση αφορά τις συγκεκριμένες μόνον  εκλογές  σημαίνει ότι η όλη αυτή διαδικασία  θα επαναλαμβάνεται πριν από τις εκάστοτε εκλογές,  οπότε κάθε φορά ο Άρειος Πάγος  θα κρίνει, αν είναι επιτρεπτή η συμμετοχή του κάθε πολιτικού κόμματος επομένως και όσων κομμάτων  η συμμετοχή έχει ήδη απαγορευτεί, τα οποία ασφαλώς μπορούν να εμφανίζονται με την ίδια η άλλη μορφή στην προσπάθειά τους να παρακάμψουν την προηγούμενη απαγόρευση. 

   Το σύνταγμα στο άρθρο 29 ορίζει  ότι τα πολιτικά κόμματα οφείλουν να σέβονται την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η ίδρυση τους είναι ελεύθερη από τους Έλληνες που έχουν εκλογικό δικαίωμα αλλά η οργάνωση και η δράση τους δεν μπορεί να έρχεται σε αντίθεση προς τη Δημοκρατική τάξη.  θέτει δηλαδή το σύνταγμα ορθά ένα πλαίσιο αυτοπροστασίας του δημοκρατικού πολιτεύματος επιτρέποντας τη συμμετοχή στις εκλογές  όλων των πολιτικών κομμάτων που πολιτεύονται μέσα στο συνταγματικό πλαίσιο.  Τα βασικά κριτήρια που θέτει το Σύνταγμα είναι ο λόγος γραπτός η προφορικός και η δράση των πολιτικών κομμάτων.  τα κριτήρια αυτά μπορεί να εξειδικεύει η κοινή νομοθεσία και προς την κατεύθυνση αυτή στρέφονται και οι τελευταίες αλλεπάλληλες νομοθετικές ρυθμίσεις. Το σκεπτικό του Αρείου Πάγου στρέφεται βασικά γύρω από τον άξονα ότι το κόμμα” Έλληνες” αποτελεί συνέχεια του μορφώματος της Χρυσής Αυγής’ όπως προκύπτει κυρίως από την συμμετοχή του ιδρυτού του ο οποίος άλλωστε δεν έπαψε ποτέ να είναι και ο πραγματικός αρχηγός του, σε αυτήν και ότι υιοθετεί τις αντίθετες πώς το δημοκρατικό πολίτευμα πολιτικές μισαλλοδοξίας και μίσους αλλά και τις απαράδεκτες πρακτικές βίας γνωστές από την περίοδο της δραστηριοποίησης της Χρυσής Αυγής. Στο κόμμα “ΕΑΝ”  του οποίου ο ιδρυτής διετέλεσε και αρχηγός του κόμματος “Έλληνες” επετράπη η συμμετοχή στις εκλογές. Ουδείς  μπορεί να γνωρίζει αν υπάρχει ή όχι άτυπη συνεργασία μεταξύ των δύο αυτών κομμάτων. 

  Η σημασία της απόφασης αυτής - που αφορά μια εξαιρετική πράγματι περίπτωση - για το μέλλον της δημοκρατίας είναι πράγματι τεράστια   διότι εκπέμπει  προς όλα τα κόμματα στο μέλλον το σημαντικότατο μήνυμα  ότι οφείλουν ο λόγος και η δράση τους οφείλει να είναι σύμφωνα προς την Ελεύθερη Δημοκρατική λειτουργία του πολιτεύματος. Η επιτυχία κάθε ρύθμισης οφείλεταιι σε μεγάλο βαθμό στην εφαρμογή της η οποία εν προκειμένω εξαρτάται σημαντικά από τον περιορισμό της στις εξαιρετικές και ιδιαίτερα εμφανείς περιπτώσεις αντίθεσης προς την Δημοκρατία. 


Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2022

Αρμονία και Δυσαρμονία Δικαιωμάτων και Θεσμών

 

 

του Ανδρεα Δημητρόπουλου

Ομότιμου Καθηγητή
Νομικής Σχολής
Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Ι. Φύση  - Κοινωνία και Δίκαιο

1. Οι σχέσεις Φύσης και Κοινωνίας έχουν απασχολήσει  και συνεχίζουν να απασχολούν και να επηρεάζουν την σκέψη, την φιλοσοφία και τις μερικότερες επιστήμες. Στην μετά τους μεγάλους Ίωνες φιλοσόφους αρχαία ελληνική φιλοσοφία η τάση ενιαίας θεώρησης  φύσης και κοινωνίας είναι έντονη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Επίκουρος, ο οποίος ξεκινά την φιλοσοφία του από την φυσική για να καταλήξει στην ηθική και εκτός των άλλων θεμελιώνει στην παρέγκλιση του φυσικού κόσμου την ελευθερία βούλησης ανθρώπου. Στην περιοχή του Δικαίου είναι η φύση του πράγματος εκείνη η οποία προωθεί και εκφράζει ακριβώς την διασύνδεση φύσης και κοινωνίας. Φύση ενός πράγματος κατά τον Αριστοτέλη είναι η μορφή που αυτό έχει κατά τη στιγμή της τελείωσης, της ολοκλήρωσής του, η μορφή δηλαδή που το κάθε πράγμα προσλαμβάνει όταν ολοκληρωθεί η εξελικτική του πορεία.  Ό,τι υπάρχει στη φύση δεν μπορουν να το αγνοήσουν οι νόμοι των ανθρώπων. “Ελευθέρους αφήκε πάντας θεός ουδένα δούλον η φύσις πεποίηκεν”, μας υπενθυμίζει στον Μεσσηνιακό ο ρήτορας Αλκιδάμας, για να υποστηριξει και να θεμελιώσει, ότι δεν δικαιούνται οι Λακεδαιμονιοι να εξανδραποδίσουν τους ηττηθέντες Μεσσηνίους. Η μελέτη των σχέσεων Φύσης και Δικαίου έχει πολλά να προσφέρει στη νομική επιστήμη. 

Η αρμονία των αντιθέτων

2.  Πάνω στις βάσεις αυτές ιδιαίτερο ενδιαφέρον εμφανίζει η αρμονία των αντιθέτων του φυσικού κόσμου  στο πεδίο της άσκησης των συνταγματικών δικαιωμάτων. Κατά τον Ηράκλει­το, η φύση αγαπά τις αντιθέσεις και γνωρίζει να προχωρεί στη σύνθεσή τους για να παράγει την αρμονία. Στο σύγγραμμα “Περί κόσμου” υπάρχει το εξής χωρίο: “Αγαπάει και η φύση τα αντίθετα, και µ’ αυτά, όχι µε τα όμοια, δη­μιουργεί τη συμφωνία∙ έτσι γίνεται και ενώνει, λόγου χάρη, το αρσε­νικό µε το θηλυκό, όχι όμως και το κάθε ον µε το όμοιό του, και πραγ­ματώνει την πρώτη ομόνοια µε την ένωση των αντιθέτων κι όχι των ομοίων”.

Καίτοι γέ τις ἐθαύμασε πῶς ποτε, ἐκ τῶν ἐναντίων ἀρχῶν συνεστηκὼς ὁ κόσμος, λέγω δὲ ξηρῶν τε καὶ ὑγρῶν, ψυχρῶν τε καὶ θερμῶν, οὐ πάλαι διέφθαρται καὶ ἀπόλωλεν, ὡς κἂν εἰ πόλιν τινὲς θαυμάζοιεν, ὅπως διαμένει συνεστηκυῖα ἐκ τῶν ἐναντιωτάτων ἐθνῶν, πενήτων λέγω καὶ ¦ πλουσίων, νέων γερόντων, ἀσθενῶν ἰσχυρῶν, πονηρῶν χρηστῶν. Ἀγνοοῦσι δὲ ὅτι τοῦτ' ἦν πολιτικῆς ὁμονοίας τὸ θαυμασιώτατον, λέγω δὲ τὸ ἐκ πολλῶν μίαν καὶ ὁμοίαν ἐξ ἀνομοίων ἀποτελεῖν διάθεσιν ὑποδεχομένην πᾶσαν καὶ φύσιν καὶ τύχην. Ἴσως δὲ τῶν ἐναντίων ἡ φύσις γλίχεται καὶ ἐκ τούτων ἀποτελεῖ τὸ σύμφωνον, οὐκ ἐκ τῶν ὁμοίων, ὥσπερ ἀμέλει τὸ ἄρρεν συνήγαγε πρὸς τὸ θῆλυ καὶ οὐχ ἑκάτερον πρὸς τὸ ὁμόφυλον, καὶ τὴν πρώτην ὁμόνοιαν διὰ τῶν ἐναντίων σηνῆψεν, οὐ διὰ τῶν ὁμοίων. Ἔοικε δὲ καὶ ἡ τέχνη τὴν φύσιν μιμουμένη τοῦτο ποιεῖν. Ζωγραφία μὲν γὰρ λευκῶν τε καὶ μελάνων, ὠχρῶν τε καὶ ἐρυθρῶν, χρωμάτων ἐγκερασαμένη φύσεις τὰς εἰκόνας τοῖς προηγουμένοις ἀπετέλεσε συμφώνους, μουσικὴ δὲ ὀξεῖς ἅμα καὶ βαρεῖς, μακρούς τε καὶ βραχεῖς, φθόγγους μίξασα ἐν διαφόροις φωναῖς μίαν ἀπετέλεσεν ἁρμονίαν, γραμματικὴ δὲ ἐκ φωνηέντων καὶ ἀφώνων γραμμάτων κρᾶσιν ποιησαμένη τὴν ὅλην τέχνην ἀπ' αὐτῶν συνεστήσατο. Ταὐτὸ δὲ τοῦτο ἦν καὶ τὸ παρὰ τῷ σκοτεινῷ λεγόμενον Ἡρακλείτῳ· «Συλλάψιες ὅλα καὶ οὐχ ὅλα, συμφερόμενον διαφερόμενον, συνᾷδον διᾷδον· ἐκ πάντων ἓν καὶ ἐξ ἑνὸς πάντα.»

Τα (φαινομενικά) αντίθετα  συνδέονται με συνεκτική σχέση αρμονίας. Αυτή η συνεκτικότητα, η σχέση των αντιθέτων δεν είναι στατική , αλλά παράγει διαρκώς νέες ισορροπίες. «Τα πάντα ρει», τα πάντα στον κόσμο είναι σε συνεχή κίνηση έτσι «δεν μπορείς ποτέ να μπεις δυο φορές στον ίδιο ποταμό» επειδή κάθε στιγμή  ο ποταμός αλλάζει και ποτέ δεν είναι ο ίδιος. Στους κανόνες του φυσικού χώρου ανήκει και ο γνωστός κανόνας «τα ετερώνυμα έλκονται και τα ομώνυμα απωθούνται» (μαγνητικό πεδίο κλπ). Πρόκειται για κανόνα του οποίου η εφαρμογή επανειλημμένα έχει επιχειρηθεί στις διαπροσωπικές σχέσεις. Ο φυσικός αυτός κανόνας βρίσκει καρποφόρα πράγματι  εφαρμογή και αποτελεί πολύτιμο οδηγό. στο πεδίο της άσκησης των συνταγματικών δικαιωμάτων στους διάφορους θεσμούς και διαπροσωπικές σχέσεις. 

Η εφαρμογή του παραπάνω κανόνα στο πεδίο άσκησης των συνταγματικών δικαιωμάτων προϋποθέτει τον καθορισμό των στοιχείων, τα οποία είναι ομώνυμα η ετερώνυμα και τα οποία κατά ακολουθίαν απωθούνται ή έλκονται. Κατά την αντικειμενική θεώρηση ομώνυμα (όμοια, ανομοιογενή ) η ετερώνυμα (ανόμοια ανομοιογενή) μπορεί να είναι ζεύγη δικαιωμάτων και θεσμών). Κάθε ζεύγος αποτελείται από δύο πόλους, δύο στοιχεία, ένα δικαίωμα και ένα θεσμό. Τα στοιχεία αυτά είτε συνδέονται μεταξύ τους με δεσμό αιτιώδους συνάφειας, είτε δεν συνδέονται, είναι ασύνδετα δηλαδή ανόμοια, ανομοιογενή, ετερώνυμα. Κάθε ένα ζεύγος δικαιώματος και θεσμού αποτελείται από δύο πόλους ένα δικαίωμα και ένα θεσμό, μπορεί να είναι είτε ομώνυμου είτε ετερώνυμα. Ο συνδετικός κρίκος, ο δεσμός είναι η μεταξύ τους αιτιώδης συνάφεια η οποία αποτελεί φυσικό επόμενο και νομικό δεσμό. Μετά τον καθορισμό της έννοιας του ομώνυμου και ετερώνυμου σειρά έχει ο καθορισμός της αρμονίας, της έλξης και υξε δυσαρμονίας, της απώθησης στο πεδίο πάντοτε της εφαρμογής των συνταγματικών δικαιωμάτων, τι δηλαδή μπορεί να σημαίνει στο πεδίο αυτό ο κανόνας τα ομώνυμα έλκονται και τα ετερώνυμα απωθούνται. 

Η φυσική σχέση δικαιωμάτων και θεσμών

Η πραγματικότητα, που περιβάλλει τον άνθρωπο, επομένως και η νομική πραγματικότητα δεν είναι τυχαίο αλλά αντίθετα οργανωμένο σύνολο,  του οποίου τα μέρη συνδέονται με δεσμούς αιτιώδους συνάφειας.  η πραγματικότητα αυτή δεν αποτελεί Απλώς μία ύλη ανεξάρτητη προς τη νομική ρύθμιση ούτε είναι απλώς αντικείμενο του κανόνα δικαίου. Πολύ περισσότερο περιέχει μέσα της δίκαιο.  Η φύση των πραγμάτων δεν είναι απλώς μία ερμηνευτική μέθοδος,  αλλά και πηγή δικαίου. η μελέτη της φύσεως των πραγμάτων αποτελεί Μελέτη της ουσιαστικής δικαιοσύνης και οδηγεί στη σύζευξη του δέοντος και του είναι. η φύση του πράγματος ως ισχύον δίκαιο περιέχεται στους γραπτούς κανόνες δικαίου.  το σύνταγμα κατοχυρώνει και προστατεύει ταυτόχρονα και θεμελιώδη και ο θεμελιώδης δικαιώματα αλλά και διαπροσωπικές σχέσεις καθώς και σύνολα διαπροσωπικών σχέσεων δηλαδή θεσμούς.  ιδιαίτερα Όσον αφορά τους συνταγματικούς κανόνες,  Σε πολλές περιπτώσεις η χρησιμοποιούμενη από τον συντακτικό νομοθέτη όροι,  δεν χρησιμοποιούνται με τη στενή νομικιστικη τους εννοια,  αλλά με ευρύτερο περιεχόμενο,  στο οποίο υπάγεται η πραγματικότητα που αποδίδεται με τους όρους αυτούς,  το σύνταγμα συνδέει με αυτό τον τρόπο την πραγματικότητα Με το δίκαιο,  το δέον και το είναι σε ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο. 

Θεμελιώδη δικαιώματα και θεσμοί,  συνδέονται με φυσική σχέση, που είναι ταυτόχρονα και νομική σχέση.  Η φυσική σχέση δικαιώματος και θεσμού βρίσκεται στην ύπαρξή η έλλειψη δεσμού αιτιώδους συνάφειας. Το ζήτημα της εφαρμογής των θεμελιωδών δικαιωμάτων μέσα στο πλαίσιο μερικό των Θεσμών και εννόμων σχέσεων είναι ζήτημα δει ακριβώς έως τις μεταξύ τους φυσικής σχέσεις ακόμα δηλαδή σύνθημα διακρίβωσης της μεταξύ τους αιτιώδους συνάφειας.  

 Τα διάφορα ζεύγη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων είναι ομοιογενή και ανομοιογενή ανάλογα με το αν συνδέονται ή όχι με δεσμό αιτιώδους συνάφειας. Παράλληλα  από την πρώτη ήδη επαφή με την ανεξάντλητη ποικιλία των περιπτώσεων διαπροσωπικής εφαρμογής των θεμελιωδών δικαιωμάτων διακρίνονται δύο βασικές κατηγορίες, οι “εύκολες” ή ανομοιογενείς και οι “δύσκολες” ή ομοιογενείς. Οι εύκολες είναι οι ανομοιογενείς, δηλαδή εκείνες που αντιστοιχούν στα ανομοιογενή ζεύγη δικαιωμάτων και θεσμών, ενώ οι δυσχερείς εκείνες που αντιστοιχούν στα ομοιογενή ζεύγη δικαιωμάτων και θεσμών. 


Τα νομικά μορφώματα οι θεσμοί, οι διαπροσωπικές σχέσεις, τα δικαιώματα. οι υποχρεώσεις κλπ  μπορούν να καταταχθούν σε διάφορες β ι ο τ ι κ έ ς   π ε ρ ι ο χ έ ς σε μερικότερους δηλαδή χώρους που αναπτύσσονται μέσα στην κοινωνική την πολιτική και την οικονομική ζωή. Οι βιοτικές περιοχές είναι μερικότερα επίπεδα ζωής με ενότητα ουσιαστικού περιεχομένου. Με αυτή την έννοια μπορεί να γίνεται και γίνεται λόγος, όχι μόνο για κοινωνική, πολιτική και οικονομική ζωή αλλά και για οικογενειακή, επαγγελματική συνδικαλιστική, εμπορική, καταναλωτική, για εργασιακό χώρο, κληρονομικό χώρο κλπ.  Κάθε βιοτική περιοχή αποτελείται από ένα οργανωμένο σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, σχέσεων και θεσμών. Τα νομικά μορφώματα που ανήκουν στην ίδια βιοτική περιοχή, είναι σύμφυτα μεταξύ τους νομικά μορφώματα. Τα οικογενειακά δικαιώματα είναι σύμφυτα προς τις οικογενειακές σχέσεις και θεσμούς, τα πολιτικά προς τις πολιτικές, τα εργασιακά από τις εργασιακές κλπ.  Τα σύμφυτα νομικά μορφώματα ως μέρη ενός ευρύτερου συνόλου προστατεύουν τα ίδια η παραπλήσια αγαθά, αναφέρονται στην ίδια η παραπλήσια μορφή δραστηριότητας του ανθρώπου. Τα σύμφυτα νομικά μορφώματα συνδέονται μεταξύ τους με φυσική σχέση, που είναι ταυτόχρονα και νομική σχέση, δηλαδή με δεσμό αιτιώδους συνάφειας.  Με δεσμό αιτιώδους συνάφειας είναι δυνατόν να συνδέονται και μη σύμφυτα  νομικά μορφώματα, δηλαδή νομικά μορφώματα που δεν ανήκουν στην ίδια περιοχή. Τα συνδεόμενα μεταξύ τους με δεσμό αιτιώδους συνάφειας νομικά μορφώματα  συμφυτα και μη είναι ανομοιογενή ενώ στην αντίθετη περίπτωση ανομοιογενή.


ΙΙ. Η αρμονία των ανομοίων ή τα ετερώνυμα έλκονται

(α) Αρμονία (δικαιώματος και θεσμού) είναι η απρόσκοπτη εφαρμογή όλου του αμυντικού περιεχομένου συνταγματικού δικαιώματος στο πλαίσιο συγκεκριμένου θεσμού. Η αρμονία συνεπάγεται την ευκολία εφαρμογής.  Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι μάλλον «εύκολες» περιπτώσεις 

(β) Αιτία της αρμονίας και κατά συνέπεια της εφαρμοστικής ευκολίας είναι η ανομοιογένεια μεταξύ δικαιώματος και θεσμού. Η εγγύτερη εξέταση των περιπτώσεων αυτών καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι πρόκειται για ανομοιογενείς περιπτώσεις για ανομοιογενή, ανόμοια ή ετερώνυμα  ζεύγη θεμελιωδών δικαιωμάτων και διαπροσωπικών σχέσεων, δηλαδή για ζεύγη που δεν σχετίζονται μεταξύ τους δεν συνδέονται με δεσμό αιτιώδους συνάφειας. Η αρμονία είναι αποτέλεσμα της φύσης του πράγματος, της φυσικής αρμονίας  που υπάρχει μεταξύ των ετερωνύμων στοιχείων, του δικαιώματος και του θεσμού.  Η ανομοιογένεια δεν δημιουργεί προβλήματα στην διαπροσωπική εφαρμογή. Η αρμονία  είναι αποτέλεσμα της φυσικής έλξης των αντιθέτων, των ετερωνύμων, καθόσον κατά φύσιν τα ετερώνυμα έλκονται. Και στο παρόν πρόκειται για μία εφαρμογή του κανόνα τα ετερώνυμα έλκονται.  Η ευκολία που διακρίνει τις περιπτώσεις αυτές συνίσταται στο ότι είναι δυνατή η εφαρμογή  όλου του περιεχομένου του αμυντικού δικαιώματος χωρίς δυσκολίες, χωρίς δηλαδή να προκαλείται οποιοδήποτε πρόβλημα στον θεσμό μέσα στον οποίο εφαρμόζεται. 

(γ) Η “ευκολία” αυτή αναφέρεται και στα δύο στοιχεία του ανομοιογενούς ζεύγους της συγκεκριμένης περίπτωσης δηλαδή και το δικαίωμα και τον θεσμό. Και ακριβώς επειδή δεν δημιουργείται μεταξύ τους κανένα απολύτως πρόβλημα.δεν εμφανίζονται ζητήματα τριβών μεταξύ δικαιώματος και θεσμού, Δεν θίγεται ούτε ο θεσμός ούτε το δικαίωμα για αυτό δεν επιτρέπεται ο περιορισμός του δικαιώματος 

 (γ1) Ως προς το δικαίωμα σημαίνει ότι είναι αμέσως και χωρίς δυσκολία δυνατή η εφαρμογή του δικαιώματος σε όλη την έκταση του αμυντικού περιεχομένου του μέσα στο πλαίσιο του συγκεκριμένου θεσμού ,της συγκεκριμένης σχέσης.  Στις ανομοιογενείς αντιθέσεις δεν υπάρχει πραγματικός και επομένως νόμιμος λόγος περιορισμού του δικαιώματος. Η σχέση ανάμεσα στην ανομοιογένεια και στην αναγκαιότητα περιορισμού του δικαιώματος είναι σχέση αντίστροφα ανάλογη όσο μεγαλύτερη είναι η ανομοιογένεια τόσο περισσότερο ελαττώνονται η αναγκαιότητα περιορισμού του δικαιώματος.

(γ2) Ως προς τον θεσμό σημαίνει  ότι η εφαρμογή του δικαιώματος σε όλη την έκταση του περιεχομένου του  δεν επηρεάζει την λειτουργία του θεσμού. Στα ανομοιογενή ζεύγη θεμελιωδών δικαιωμάτων και διαπροσωπικών σχέσεων είναι δυνατή η εφαρμογή του γενικού αμυντικού περιεχομένου των θεμελιωδών δικαιωμάτων χωρίς να επηρεάζεται το περιεχόμενο της σχέσης. 

Παραδείγματα

- είναι δυνατή η εφαρμογή του γενικού αμυντικού περιεχομένου της επαγγελματικής ελευθερίας χωρίς να επηρεάζεται ή να ανατρέπεται το περιεχόμενο της κληρονομικής σχέσης. Ο κληρονόμος μπορεί να επιλέξει ελεύθερα το επάγγελμα του χωρίς η επιλογή του αυτή να επηρεάζει το περιεχόμενό της κληρονομικής σχέσης.  Η επαγγελματική ελευθερία του κληρονόμου τον προστατεύει από την εξουσία διαθέσεως και απαγορεύει στον  διαθέτη  να του επιβάλλει συγκεκριμένο επάγγελμα. 

- είναι δυνατή η εφαρμογή του γενικού αμυντικού περιεχομένου της συνδικαλιστικής ελευθερίας χωρίς να επηρεάζεται το περιεχόμενο της εργασιακής σχέσης κλπ 

 (Βλ. περισσότερα παραδείγματα Εφαρμογές Δημοσίου Δικαίου ΙΙ β έκδ 2012)

ΙΙΙ. Η δυσαρμονία των ομοίων ή τα ομώνυμα απωθούνται

(α) Δυσαρμονία (δικαιώματος και θεσμού) είναι η αδυναμία εφαρμογής όλου του αμυντικού περιεχομένου συνταγματικού δικαιώματος στο πλαίσιο συγκεκριμένου θεσμού. Με άλλα λόγια αν το συγκεκριμένο δικαίωμα εφαρμοζόταν ως προς όλο του το περιεχόμενο, θα οδηγούσε στην ανατροπή του θεσμού.  Όπως σημειώθηκε στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι “δύσκολες” περιπτώσεις. Η δυσκολία που εμφανίζεται κατά την εφαρμογή είναι αποτέλεσμα της δυσαρμονίας. Η αδυναμία εφαρμογής του συνολικού αμυντικου περιεχομένου δημιουργεί την μεγάλη δυσκολία των περιπτώσεων της δεύτερης αυτής κατηγορίας. Η δυσκολία των περιπτώσεων αυτών σημαίνει  αδυναμία εφαρμογής του συνολικου δηλαδή του γενικού αμυντικού περιεχομένου του δικαιώματος, καθόσον θα οδηγούσε στην ανατροπή του θεσμού.  

(β) Αιτία της δυσαρμονίας και επομένως και της δυσχέρειας εφαρμογής είναι η ομοιογένεια του συγκεκριμένου ζεύγους δικαιώματος και θεσμού. Η δυσκολία εφαρμογής του δικαιώματος εμφανίζεται στις περιπτώσεις των ομοίων, ομοιογενών ή ομωνύμων ζευγών δικαιωμάτων και θεσμών. Πρόκειται δηλαδή για ζεύγη που σχετίζονται, είναι συναφή, συνδέονται με δεσμούς αιτιώδους συνάφειας. Η ανομοιογένεια της προηγούμενης κατηγορίας αντικαθίσταται εδώ από την ομοιογένεια. Η ομοιογένεια δημιουργεί μεγάλα προβλήματα στην διαπροσωπική εφαρμογή. Στις ομοιογενείς περιπτώσεις η διαπροσωπική εφαρμογή εμφανίζεται προβληματική. Πρόκειται για αποτέλεσμα της φύσης του πράγματος, της φυσικής δυσαρμονίας που υπάρχει μεταξύ των ομωνύμων δικαιωμάτων και θεσμών, που συνδέονται με αιτιώδη συνάφεια. Η δυσαρμονία είναι αποτέλεσμα της φυσικής απώθησης των ομοίων, των ομωνύμων, καθόσον κατά φύσιν  τα ομώνυμα απωθούνται. Πρόκειται και εδώ για μία εφαρμογή του ιδίου κανόνα. 

(γ) Σύμφωνα με τα παραπάνω το ζήτημα που ανακύπτει στις δυσχερείς περιπτώσεις  συνίσταται στο ότι δεν είναι δυνατή  η εφαρμογή του δικαιώματος σε όλο του το περιεχόμενο, καθόσον η εφαρμογή του γενικού αμυντικού περιεχόμενο του δικαιώματος μέσα στο συγκεκριμένο  θεσμό, θα οδηγούσε στην διάλυση του θεσμού ή και των διαπροσωπικων σχεσεων που τον αποτελούν. Η “δυσχέρεια” αναφέρεται και στα δύο στοιχεία του ομοιογενούς ζεύγους δικαιώματος και θεσμού. μεταξύ των οποίων και ακριβώς λόγω της δυσαρμονίας εμφανίζονται τριβές  και συγκρούσεις. Θίγεται όχι μονον ο θεσμός αλλά και το δικαίωμα καθόσον επιβάλλεται ο περιορισμός του. 

 (γ1) Ως προς τον θεσμό σημαίνει ότι η εφαρμογή του δικαιώματος σε όλο το μήκος και πλάτος του περιεχομενου του θα επηρέαζε την λειτουργία του θα οδηγουσε στην ανατροπή του θεσμού. Στα ομοιογενή ζεύγη δικαιωμάτων και θεσμών δεν είναι δυνατή η εφαρμογή του γενικού αμυντικού περιεχομένου των συνταγματικών δικαιωμάτων χωρίς να επηρεάζεται ή και να εκτρέπεται η λειτουργία του θεσμού.

(γ2) Ακριβώς λόγω της αδυναμίας ολικής εφαρμογής του γενικού αμυντικού περιεχομένου  και προκειμένου να προστατευτεί ο θεσμός, επιβάλλεται ο περιορισμός του δικαιώματος. Με άλλα λόγια επιτρέπεται ο περιορισμός του δικαιώματος μόνο κατά το μέτρο που είναι απαραίτητο για την προστασία και απρόσκοπτη λειτουργία του θεσμού. Η σχέση ανάμεσα στην ομοιογένεια και στην αναγκαιότητα περιορισμού, είναι σχέση ανάλογη. Όσο αυξάνεται η ένταση της ομοιογένειας τόσο αυξάνει και η αναγκαιότητα περιορισμού του δικαιώματος. Πρόκειται για μία εφαρμογή του κανόνα τα ομώνυμα απωθούνται. Η ομοιογένεια ως φυσική σχέση, ως σχέση που απορρέει από την φύση του πράγματος, αποτελεί πραγματικό και νομικό λόγο επιβολής περιορισμού στο θεμελιώδες δικαίωμα. 

Παραδείγματα: Εμφανίζεται παραδείγματος χάρη η αντίθεση ανάμεσα στην πολιτική Ελευθερία και στον θεσμό των πολιτικών κομμάτων, ανάμεσα στην εμπορική Ελευθερία και το θεσμό της εμπορικής εταιρείας, ανάμεσα στην ατομική συνδικαλιστική Ελευθερία και στο θεσμό των συνδικαλιστικών οργανώσεων.  (Βλ. περισσότερα παραδείγματα Εφαρμογές Δημοσίου Δικαίου ΙΙ β έκδ 2012)


Συμπερασματικά στις ομοιογενείς αντιθέσεις επιβάλλεται ο περιορισμός του δικαιώματος. Στις ανομοιογενείς αντιθέσεις επιβάλλεται η αποχή από τον περιορισμό. Στις πρώτες ο περιορισμός αποτελεί συνταγματική επιταγή που απορρέει από την ταυτόχρονη κατοχύρωση και προστασία δικαιωμάτων και Θεσμών. Στις δεύτερες συνταγματική επιταγή αποτελεί η παράλειψη του περιορισμού. 



Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2021

Η Συνταγματικότητα της Υποχρέωσης Εμβολιασμού εν μέσω πανδημίας Δεν υπάρχει ελευθερία μόλυνσης,

 


Ανδρέας Δημητρόπουλος 

Ομ. Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου 

Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών



 

Η πανδημία δικαίωσε την θεωρία την θεσμικής προσαρμογής των συνταγματικών δικαιωμάτων, των οποίων οι περιορισμοί δεν μπορούν να εξηγηθούν με τα παραδοσιακά συνταγματικά κριτήρια.Η πανδημία συνιστά Έκτακτη κατάσταση Υγειονομικής ανάγκης  η οποία θέτει το ευρύτερο θεσμικό - συνταγματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ασκούνται προσαρμοζόμενα τα συνταγματικά  δικαιώματα. Στο πλαίσιο αυτό τα δικαιώματα υφίστανται  θεσμική προσαρμογή, προσαρμόζονται δηλαδή περιορίζονται κατά το μέτρο εκείνο που επιβάλλει η αιτιώδης συνάφεια που υπάρχει ανάμεσα στο συγκεκριμένο δικαίωμα και στο θεσμικό περιβάλλον της πανδημίας. Αυτό ακριβώς σημαίνει, ότι δικαιώματα των οποίων η άσκηση διευκολύνει την παραπέρα μετάδοση της νόσου πρέπει να περιορίζονται κατά το αναγκαίο μέτρο, ώστε να εμποδίζεται η μετάδοση. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονιστεί ότι η ελευθερία άσκησης των συνταγματικών δικαιωμάτων δεν εμπεριέχει ελευθερία μετάδοσης της νόσου. Το Σύνταγμα δεν κατοχυρώνει ελευθερία μόλυνσης ούτε με την παθητική ούτε με την ενεργητική έννοια του της λέξης. 

  Η ένταση της δεν είναι σταθερή, άλλοτε αυξάνεται και άλλοτε μειώνεται. Οι διακυμάνσεις της νόσου προκαλούν και τις ανάλογες διακυμάνσεις στο θεσμικό συνταγματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ασκούνται τα συνταγματικά δικαιώματα.  Άλλη λοιπόν είναι η ένταση των περιορισμών των συνταγματικών δικαιωμάτων στην αρχή μιας πανδημίας και άλλοι είναι στην κορύφωση της. Περιορισμοί που στην αρχή της πανδημίας μπορούσαν να είναι αρκετοί για την αντιμετώπιση της νόσου ενδεχομένως να μην επαρκούν με την αύξηση της έντασης και την κορύφωση της. Η αντιμετώπιση της στο στάδιο αυτό εύλογα χρειάζεται εντονότερους περιορισμούς.  Εδώ ακριβώς, εν μέσω δηλαδή της κορύφωσης  της πανδημίας,  ανακύπτει το θέμα της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού ως επιτακτικά αναγκαίου κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης μέσου για την προστασία ενός εκάστου ατόμου και του κοινωνικού συνόλου. Όταν λοιπόν παρά τη λήψη διαφόρων μέτρων η πανδημία εξακολουθεί να καλπάζει και να αποτελεί έτσι υπαρκτό άμεσο και μέγιστο κίνδυνο για το κοινωνικό σύνολο, όταν όλα τα άλλα μέτρα δεν έχουν αποδώσει και δεν έχουν επιφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα τότε αποκτά μεγάλη σημασία η υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού. Η συνταγματικότητα της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού βαίνει παράλληλα και ανάλογα προς την κρισιμότητα της κατάστασης της πανδημίας

   Γεννάται το ερώτημα αν μπορούν να γίνονται διαφοροποιήσεις και κυρίως με το ηλικιακό κριτήριο. Η απάντηση στο ερώτημα για την δυνατότητα  επιβολής  γενική υποχρέωσης εμβολιασμού είναι καταφατική, καθόσον ο κίνδυνος μετάδοσης υπό τις παρούσες συνθήκες κορύφωσης της πανδημίας, στις οποίες ακόμη οι εμβολιασμένοι μπορούν να νοσήσουν και να μεταδώσουν τη νόσο, υπάρχει σε κάθε περίπτωση. Επιφυλάξεις θα μπορούσαν να διατυπωθούν μόνο για αποδεδειγμένα αναμφισβήτητες περιπτώσεις απομόνωσης χωρίς δυνατότητα παραπέρα μετάδοσης της νόσου. Η γενική υποχρέωση εμβολιασμού δεν έρχεται πάντως σε αντίθεση με την σταδιακή επιβολή του μέτρου βασιζόμενη σε διάφορα κριτήρια όπως είναι η αναγκαιότητα της προστασίας για τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, ο ριθμός των διαθέσιμων εμβολίων ή εμβολιαστικών κέντρων κλπ.

   Τα παραπάνω αφορούν την ουσία της όλης αντιμετώπισης του μέγιστου κινδύνου της πανδημίας. Όμως στις Δημοκρατίες θεματοφύλακας της ουσίας είναι ο τύπος. Η Δημοκρατία και τα συνταγματικά δικαιώματα πρέπει να διαφυλάσσονται και από κάθε κίνδυνο όχι μόνον παρόντα αλλά και μελλοντικό  που αν και δεν υπάρχει την δεδομένη στιγμή μπορεί να εμφανιστεί και να απειλήσει αργότερα, Οι θεσμοί δεν σχεδιάζονται μόνο για το παρόν αλλά για να διαρκούν και να εφαμόζονται και  στο μέλλον.  Η υγειονομική κατάσταση ανάγκης όπως έχει σήμερα είναι άτυπη. Τόσο η διάρκεια εμφάνισης της όσο και η ένταση των περιορισμών που έχουν επιβληθεί και ενδεχομένως πρόκειται να επιβληθούν αλλά κι οι πιθανότητες επανεμφάνισης της κατάστασης αυτής που δεν φαίνονται λίγες,  απαιτούν τη μετατροπή  από άτυπη σε τυπική.  Αυτό σημαίνει κυρίως ότι ιδιαιτέρως η έναρξη η παράτασης και η λήξη  της υγειονομικής κατάστασης ανάγκης, όργανα διαδικασίες περιορισμοί και άλλες προϋποθέσεις πρέπει να ρυθμιστούν λεπτομερώς. Η συμμετοχή του κοινοβουλίου πρέπει να αποκτήσει θεσμικό χαρακτήρα και να μην έχει μόνον τον πυροσβεστικό χαρακτήρα  της κύρωσης των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου.


Τετάρτη 14 Ιουλίου 2021

ΕΠΙΔΗΜΙΑ ΚΑΙ ΘΕΣΜΙΚΗ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ


ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ 

Oμ. Καθηγητής Νομικής Σχολής

Πανεπιστημίου Αθηνών

Δημοσιεύθηκε στις 11 Ιουνίου 2021 στο News 247, συνέντευξη στην Αντ. Ξυνού μαζί με κείμενα των Κ, Χρυσόγονου και Π. Λαζαράτου 

Η πανδημία δοκιμάζει όχι μόνο την υγεία αλλά και τις διανθρωπικές σχέσεις και τους θεσμούς και αυτό το ίδιο το Συνταγματικό Δίκαιο το οποίο με τις παραδοσιακές  υποκειμεωικές - δικαιωματοκεντρικές μεθόδους δεν μπορεί να εξηγήσει την «συρρίκνωση» που αναγκαία υφίστανται σήμερα τα Συνταγματικά Δικαιώματα. Πράγματι η μόνη μέθοδος που μπορεί να δώσει πειστικές απαντήσεις αλλά και να θέσει τα απαραίτητα όρια είναι η μέθοδος της Θεσμικής Προσαρμογής των συνταγματικών Δικαιωμάτων η οποία εκτός από το (υποκειμενικό) δικαίωμα λαμβάνει υπόψη και το (αντικειμενικό) νομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ασκείται δηλαδή τους θεσμούς.

Κατά πρώτο πρέπει να τονιστεί ότι στο δημοκρατικό κοινωνικό κράτος δικαίου κανείς δεν μπορεί νόμιμα να υποχρεώσει άμεσα οποιοnδήποτε άνθρωπο και να τον υποβάλλει σε εμβόλιο ή άλλη επέμβαση σώματος. Η ελευθερία του ατόμου επάνω στο σώμα του κατοχυρώνεται συνταγματικά.

Ωστόσο είναι δυνατή η έμμεση υποχρέωση εμβολιασμού. Και τούτο διότι στον κοινωνικό χώρο δεν είμαστε μόνοι μας, τα δικαιώματα μας δεν τα ασκούμε μεμονωμένα. Αντίθετα, αποκτούν αξία και αναδύεται η χρησιμότητα και η σκοπιμότητα τους, όταν είμαστε μέσα στην κοινωνία. Τα δικαιώματα μας δεν τα ασκούμε σε "κοινωνικό κενό" στο άπειρο, αλλά στο πλαίσιο μερικότερων θεσμών. Για αυτό δεν τίθεται μόνο το ζήτημα της άσκησης των δικαιωμάτων ενός εκάστου, αλλά ταυτόχρονα και το ζήτημα της επίδρασης της άσκησή τους  στα δικαιώματα των άλλων. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι συνέπειες, που έχει η άσκηση των δικαιωμάτων μας στο κοινωνικό χώρο, οι οποίες  μπορεί να είναι  αφενός μεν απλές επιδράσεις -όπως π.χ. είναι η μόλυνση του περιβάλλοντος που προκαλεί ένα αυτοκίνητο- αφετέρου δε απλοί περιορισμοί ή και προσβολές των δικαιωμάτων των άλλων. Επειδή ακριβώς τα δικαιώματα  ασκούνται μέσα σε κάποιο θεσμικό περιβάλλον, το Σύνταγμα  προβλέπει  την άσκησή τους σε συνάρτηση με τους επίσης συνταγματικά προβλεπόμενους θεσμούς. 

Στην προκειμένη περίπτωση της πανδημίας που μαστίζει, το Ελληνικό Σύνταγμα με την προστασία της δημόσιας υγείας ιδρύει μια υγειονομική κυριαρχική σχέση δημοσίου δικαίου (αντικειμενικό νομικό περιβάλλον). Όταν η σχέση αυτή ενεργοποιείται όπως τώρα με την πανδημία, το κράτος μπορεί να λάβει ορισμένα αναγκαία μέτρα για την προστασία της δημόσιας υγείας, τα οποία μπορεί να επηρεάζουν ορισμένα συνταγματικά δικαιώματα. Ουσιαστικά πρόκειται για τη θεσμική προσαρμογή των συνταγματικών δικαιωμάτων, που σημαίνει εν προκειμένω ότι το κράτος μπορεί να περιορίζει μόνο τα δικαιώματα εκείνα, τα οποία συνδέονται με αιτιώδη συνάφεια με τη μετάδοση του ιού, και μόνο στο μέτρο που είναι αναγκαίο. Μέσα στην επιδημία, δηλαδή, το κράτος δεν μπορεί να λογοκρίνει, να περιορίσει την ελευθερία του λόγου κλπ, αλλά μπορεί να περιορίζει την ελευθερία της κίνησης ως προς τις μορφές εκείνες και κατά το μέτρο που είναι απαραίτητο για να προστατεύεται η δημόσια υγεία, η υγεία ενός εκάστου.

Έτσι λοιπόν ως γενικό κανόνα μπορούμε να πούμε ότι λόγω της πανδημίας είναι θεμιτός ο περιορισμός της ελευθερίας κίνησης μόνο όμως κατά το μέτρο εκείνο που επιβάλλεται από υγειονομικούς λόγους επιστημονικά θεμελιωμένους και συνίσταται στις περιπτώσεις όπου συγκεντρώνονται πολλά άτομα στο ίδιο χώρο, κυρίως σε κλειστό. Αντίθετα, είναι αντισυνταγματικός ο περιορισμός της ελευθερίας της κίνησης σε χώρους που δεν υπάρχει ο κίνδυνος μετάδοσης του ιού, αυτό που θα ονομάζαμε ανέπαφη κίνηση. Για παράδειγμα, η μετάβαση με το αυτοκίνητο στο εξοχικό όπου θα είμαι μόνος, είναι θεμιτή διότι δεν εμπεριέχει κίνδυνο μετάδοσης του ιού και επομένως η απαγόρευσή της δεν είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα.

Πράγματι μπορούν να επιβληθούν έμμεσοι περιορισμοί επιβαλόμενοι από την αιτιώδης συνάφεια. Χαρακτηριστικότερα παραδείγματα είναι η είσοδος σε αεροπλάνα, η είσοδος σε αίθουσες διδασκαλίας ή σε άλλες κλειστές αίθουσες, όπως του κινηματογράφου, ή ακόμη και η χρήση των μέσων μαζικής μεταφοράς όπου υπάρχει συνωστισμός. Εκεί υπάρχει πράγματι κίνδυνος μετάδοσης και μπορούν να υπάρξουν περιορισμοί, μέχρι να εξαλειφθεί ο κίνδυνος, οπότε και παύει η συνταγματικότητα των περιοριστικών αυτών μέτρων.

Το κλειδί για την απέραντη περιπτωσιολογία είναι η αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στην απαγόρευση και στο δικαίωμα κίνησης και συγκεκριμένα, αν η κίνηση εμπεριέχει κίνδυνο μετάδοσης του ιού. Αν για την εργασία είναι απαραίτητος ο περιορισμός του δικαιώματος, τότε είναι θεμιτός κατά το μέτρο. Παραδείγματος χάριν αν κάποια προσλαμβανόταν ως νοσοκόμα που θα έπρεπε να έρχεται σε επαφή με τον κόσμο, ασφαλώς και ο εμβολισμός θα πρέπει να είναι υποχρεωτικός. Αν όμως, κάποιος εργάζεται από το σπίτι μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή, τότε δεν υπάρχει αυτή η αιτιώδης συνάφεια και οποιαδήποτε υποχρέωση είναι άκρως αντισυνταγματική. Δεν μπορεί να επιβληθεί ο εμβολιασμός.

Αντίστοιχα, ο καταστηματάρχης βλάπτεται στην επιχείρηση του από την είσοδο ενός ανεμβολίαστου πελάτη γιατί κινδυνεύει να κολλήσει τόσο ο ίδιος και το προσωπικό του, όσο και οι υπόλοιποι πελάτες. Εφόσον όμως, είναι χώρος κλειστός και υπάρχει και συνωστισμός. Ωστόσο, αν μιλάμε για μια αγορά ανοιχτή και αραιά τοποθετημένη, έτσι ώστε δεν υπάρχει κίνδυνος μετάδοσης του ιού, ουδείς δικαιούται να αρνηθεί την πώληση ή την είσοδο σε αυτή ατόμων, με το επιχείρημα ότι δεν έχει εμβολιαστεί.