Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2020

Πλατωνικός και Νομικός Κόσμος


 



             Πλατωνικός και  Νομικός Κόσμος


                του 

     Ανδρέα Δημητρόπουλου

         Ομότιμου Καθηγητή 

Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών



1. Μελετώντας την Πλατωνική θεωρία των ιδεών, βρέθηκα στο μέσο   δύο αντίρροπων διαπιστώσεων. Από φιλοσοφική άποψη συμφωνώντας με τον Αριστοτέλη -και πολλούς άλλους- δεν μπορούσα να δεχθώ την  υπόσταση ενός δεύτερου  κατ ουσίαν φανταστικού  κόσμου των Ιδεών ταυτόχρονου και παράλληλου προς τον πραγματικό κόσμο. Από νομική όμως άποψη δεν μπορούσα να μη συνομολογήσω, ότι η πλατωνική θεωρία  των Ιδεών, ως θεωρία  ενός “κόσμου - προτύπου¨ έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την νομική σκέψη. Ανεξάρτητα λοιπόν από την γενικότερη φιλοσοφική αξία και απήχησή της πρέπει να αναγνωρισθεί η σημασία της για την νομική επιστήμη. Η θεωρία των ιδεών μεταφερόμενη και προσαρμοζόμενη στον νομικό χώρο, ως θεωρία των νομικών ιδεών, έχει πράγματι πολλά να προσφέρει στη νομική σκέψη. Καθιστώντας σαφές, ότι ο πραγματικός κόσμος αντικατοπτρίζεται στον νομικό χώρο χωρίς τις ατέλειες του, αναμορφωμένος και εξωραϊσμένος αναδεικνύεται ισχυρό εργαλείο νομικής επεξεργασίας. Παρέχει σαφή εικόνα του συνολικού νομικού οικοδομήματος της λειτουργίας του, του μεγέθους και των ορίων του νομικού χώρου, των σχέσεων και της αέναης αλληλεπίδρασης νομικής ρύθμισης και πραγματικότητας.  Θέτει τις βάσεις βαθύτερης κατανόησης των νομικών εννοιών και της σχέσης τους με τις πραγματικές ιδέες και τον πραγματικό κόσμο.

  Η αποδοχή της θεωρίας των Ιδεών ως εργαλείου νομικής σκέψης κάθε άλλο παρά σημαίνει θρίαμβο του ιδεαλισμού στον νομικό χώρο. Ανάμεσα στην θεωρία των ιδεών και την νομική επιστήμη υπάρχουν πράγματι στενές σχέσεις. Άλλωστε η νομική σκέψη περιστρέφεται βασικά γύρω από μια “κορυφαία ιδέα”, την ιδέα της δικαιοσύνης, του δικαίου. Αυτή η έμφυτη συγγένεια πλατωνισμού και νομικής σκέψης  είναι πράγματι εκείνη, που πολλές φορές παρασύρει ορισμένους νομικούς προς έναν εξωπραγματικό νομικό ιδεαλισμό. Πράγματι ουδείς πιο επιρρεπής στον ιδεαλισμό από τον νομικό. Η ορθή προσέγγιση  πλατωνισμού και νομικής σκέψης κάθε άλλο παρά σημαίνει ιδεαλιστική εξήγηση της προέλευσης, της υπόστασης και της λειτουργίας του δικαίου, την κατασκευή ή την στήριξη μιας ιδεαλιστικής δικαιϊκής αντίληψης. Πολύ περισσότερο σημαίνει ορθή αξιοποίηση της θεωρίας των ιδεών προς όφελος της νομικής επιστήμης, που βασιζόμενη σε μια μη ιδεαλιστική θεωρία των νομικών εννοιών, μπορεί πράγματι να  οδηγήσει σε μια ρεαλιστική νομική θεωρία. 



2. Η πατρότητα της αντίληψης για την υπόσταση ενός ξεχωριστού δεοντολογικού κόσμου - προτύπου, “αιώνιου και αμετάβλητου”, του κόσμου των ιδεών, ανήκει στον ιδρυτή του ιδεαλισμού, τον Αριστοκλή τον φιλόσοφο με το πλατύ μέτωπο, τον Πλάτωνα.  Ο Πλάτων μίλησε στην Πολιτεία για τον τόπο, όπου υπάρχουν οι ιδέες, τα νοούμενα και τον τόπο, όπου υπάρχουν τα ορώμενα. Ο φιλόσοφος αναγνωρίζει δύο διαφορετικούς κόσμους τον αισθητό ο οποίος είναι μεταβλητός και βρίσκεται σε διαρκή ροή κατά τον Ηράκλειτο   και τον νοητό κόσμο, ο οποίος είναι αναλλοίωτος δηλαδή τον επουράνιο κόσμο, στον οποίο βρίσκονται οι ιδέες.  Μεταξύ των δύο κόσμων υπάρχει επομένως σαφής ιεραρχία. Προηγείται ο κόσμος των ιδεών και έπεται ο πραγματικός. 

Σύμφωνα με την πλατωνική θεωρία οι ιδέες είναι αρχέτυπα αιώνια και αναλλοίωτα πρότυπα των αισθητών υλικών πραγμάτων, υπερβατικές οντότητες, που δεν γίνονται αντιληπτές με τις αισθήσεις παρά μόνο με τη λογική. Τα αισθητά αντικείμενα αποτελούν  τα είδωλα των Ιδεών. Οι ιδέες κατά τον Πλάτωνα δεν υπάρχουν στον επίγειο κόσμο, αλλά σε έναν  επουράνιο κόσμο των Ιδεών. Οι πλατωνικές ιδέες δεν είναι επομένως   “απλές έννοιες” αλλά υπαρκτές οντότητες.  Κατά την πλατωνική θεωρία οι ιδέες αποτελούν αυθύπαρκτες οντότητες, ανεξάρτητες  από την πραγματικότητα. Η επιχειρηματολογία η οποία προσπαθεί να πείσει για την αυθυπαρξία των ιδεών έχει την ιδιαιτερότητα ότι βασίζεται στην ματαιότητα της αντίθετης εκδοχής. Σύμφωνα με το πλατωνικό σκεπτικό  δεν έχει κανένα απολύτως νόημα η έρευνα για τον εντοπισμό και τον ορισμό  οποιουδήποτε γενικού προτύπου, εάν αυτό δεν υπάρχει.  Τι σημασία έχει πχ ο ορισμός της δικαιοσύνης και ποιο το όφελος να προσπαθούμε να την προσδιορίσουμε αν είναι μονον φανταστική;  Πρέπει επομένως κατά τον Πλάτωνα να γίνει δεκτό, ότι έννοιες όπως η δικαιοσύνη, η αρετή, η ομορφιά δεν υπάρχουν μόνο στον νού μας, δεν είναι απλά και μόνον έννοιες.  Πολύ περισσότερο έχουν  υπόσταση είναι οντότητες, που αποτελούν ένα ιδιαίτερο “είδος” { ή ἰδέα) αυτών και άλλων εννοιών.  

Οι πλατωνικές ιδέες είναι στην πραγματικότητα γενικές έννοιες όπως μας διαβεβαιώνει ο Αριστοτέλης. Η “οντολογική αναβάθμισή” τους από την πλατωνική θεωρία οφείλεται στην τοποθέτησή τους στον “επουράνιο κόσμο των ιδεών” και στην απόδοση σε αυτές “ζωής”, στην αναγωγή τους δηλαδή σε υπάρχουσες οντότητες αιώνιες και αμετάβλητες. O Αριστοτέλης ως μαθητής του Πλάτωνα  διδάχθηκε την θεωρία των ιδεών, εντούτοις όχι μόνον δεν την υποστηρίζει, αλλά προχωρεί σε αυστηρή κριτική της πλατωνικής αυτής θεωρίας κυρίως στο έργο του ”Μετά τα Φυσικά” (βιβλίο Α, κεφ. 9). Ο Αριστοτέλης επισημαίνει, ότι οι Ιδέες δεν προκαλούν οποιαδήποτε κίνηση ή μεταβολή στα αισθητά όντα, δεν έχουν καμία σχέση με τον φυσικό κόσμο και τις μεταβολές του. Η αληθινή αιτία που κάνει τη φύση να λειτουργεί δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τις Ιδέες. Συνεπώς οι πλατωνικές Ιδέες δεν είναι χρησιμεύουν για την εξήγηση του κόσμου και τους δόθηκε πολύ μεγάλη σημασία χωρίς να το αξίζουν. Η βασική λοιπόν αντίρρηση του Αριστοτέλη είναι, ότι οι Ιδέες δεν είναι αυτόνομα  όντα και δεν μπορούν να εξηγήσουν τον φυσικό κόσμο και τις μεταβολές του. Εάν δεχτούμε, όπως υποστηρίζει ο Πλάτων, ότι σε κάθε υπαρκτό αισθητό ον αντιστοιχεί μια ξεχωριστή Ιδέα, τότε, όπως υποστηρίζει ο Αριστοτέλης, «διπλασιάζουμε» τα όντα του αισθητού κόσμου χωρίς αυτό να χρησιμεύει σε τίποτα.   

Αλλ´ επίσης κανένας από τους διαδόχους του Πλάτωνα  δεν υπερασπίστηκε τη θεωρία των Ιδεών έτσι όπως παρουσιάζεται στους πλατωνικούς διαλόγους και ο καθένας  έδωσε διαφορετικές ερμηνείες. Ακολουθώντας την κριτική της θεωρίας των ιδεών από τον Αριστοτέλη, την σκέψη του Επίκουρου και πολλών άλλων  αλλά και τους εμπειρικούς κανόνες, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ένας  κόσμος ιδεών παράλληλα προς τον υπαρκτό κόσμο. Ο πλατωνικός κόσμος είναι   ένας κόσμος φανταστικός  ένας κόσμος που σε τελική ανάλυση δεν υπάρχει.


3. Η βασική διαφοροποίηση από την θεωρία των Ιδεών ανάγεται στην παραδοχή των ουσιαστικών πηγών του δικαίου. Μια συνετής ιδεαλιστική αντίληψη θα έπρεπε να δεχθεί, ότι το δίκαιο είναι προϊόν της ιδέας της δικαιοσύνης. Όμως το δίκιο δεν είναι προϊόν της ιδέας αλλά της ζωντανής πραγματικότητας. Φύση και εξουσία είναι οι δημιουργοί, οι φυσικές πηγές  του δικαίου και του νομικού κόσμου. 

Νομικός κόσμος είναι ο κόσμος των νομικών ιδεών / εννοιών, ο κόσμος των νομικών κανόνων και νομικών οντοτήτων. Η ιδέα του νομικού κόσμου ως κόσμου των νομικών ιδεών προέκυψε από την σύγκριση και την διαπίστωση της “φυσικής συγγένειας”, που τον συνδέει με τον πλατωνικό κόσμο των ιδεών. Είναι δηλαδή ο “νομικός κόσμος” ως κόσμος των νομικών ιδεών, προϊόν  φιλοσοφικής και νομικής, συνεργασίας, από την οποία πάντοτε έχει να ωφεληθεί κυρίως η δεύτερη από την πρώτη. Γιατί νομική σκέψη χωρίς φιλοσοφική θεμελίωση είναι φτωχή και μετέωρη. Ο νομικός χώρος αποτελεί πράγματι μια “άλλη περιοχή”, στην οποία αντικατοπτρίζεται δεοντολογικά  ο πραγματικός κόσμος. Ο νομικός κόσμος συνδέεται στενά με τον πραγματικό αλλά διαφέρει από αυτόν και συνοδεύει κάθε σχεδόν πτυχή της ζωής μας. Ο νομοθέτης δεσμευόμενος από τις γενικές ρυθμιστικές αρχές που ενυπάρχουν στην φύση του πράγματος θέτει κανόνες δικαίου οργανώνει και ρυθμίζει την συνολική κοινωνική συμβίωση. Με τον τρόπο αυτό οικοδομεί έναν νομικό κόσμο  παράλληλο προς τον πραγματικό. Ο νομοθέτης με την ίδρυση θεσμών, την αναγνώριση εννόμων σχέσεων, την κατοχύρωση δικαιωμάτων και την επιβολή υποχρεώσεων, τον άμεσο ή έμμεσο ορισμό νομικών εννοιών που δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα ή και εννοιών διαφορετικών από εκείνες που αντιστοιχούν στα πραγματικά τους είδωλα,  με  την “δημιουργία” νομικών μορφωμάτων και πλασμάτων δικαίου, κατασκευάζει ένα ιδεατό κόσμο, νομικών ιδεών/εννοιών. Ο νομοθέτης διαθέτει πράγματι ζωοποιό δύναμη όσον αφορά τα μορφώματα του νομικού κόσμου. Δεν είναι απορίας άξιο ότι όλα τα παραπάνω αδυνατούν να εκφραστούν με πληρότητα χωρίς και την ανάλογη λεκτική επένδυση. Ο νομικός χώρος αποτελεί περιοχή στην οποία - όπως άλλωστε συμβαίνει και σε άλλες επιστήμες ή και άλλους ειδικούς χώρους - ομιλείται μια “ειδική γλώσσα”, όπου πολλές “κοινές λέξεις¨ προσλαμβάνουν εν πολλοίς διαφορετικό περιεχόμενο, μια περιοχή όπου πραγματοποιείται η δημιουργία ειδικών για τις νομικές ανάγκες τεχνικών όρων (terminus technicus) ειδικής νομικής ορολογίας με προσδιορισμένο ειδικό νόηματικό φορτίο ικανό για την νομική μεταγλώττιση του πραγματικού κόσμου


4. Η φυσική συγγένεια πλατωνικού και νομικού κόσμου αναδεικνύει την χρησιμότητα της θεωρίας των ιδεών για την νομική επιστήμη, που αποδεικνύεται καρποφόρα και χρήσιμη για τη θεμελίωση, την οργάνωση και τον προσανατολισμό της νομικής σκέψης. Από την πρώτη επαφή με τον πλατωνική θεωρία των ιδεών, ο νομικός αντιλαμβάνεται την στενή σχέση, που υπάρχει ανάμεσα στον κόσμο των ιδεών και στο νομικό κόσμο. Παρά τις μεγάλες τους διαφορές, υπάρχουν μεταξύ τους κοινά χαρακτηριστικά. Τα χαρακτηριστικά  του  κόσμου των ιδεών αμέσως φαίνονται  πολύ γνώριμα στον νομικό. Αλλά και η σύντομη αναφορά στον νομικό κόσμο και στα χαρακτηριστικά του, παραπέμπει στον πλατωνικό κόσμο των ιδεών. Πολλά από τα χαρακτηριστικά του κόσμου των ιδεών ταιριάζουν στις ιδιαιτερότητες της νομικής επιστήμης, εξυπηρετούν και βοηθούν την νομική σκέψη.


- Όπως ο πλατωνικός έτσι και ο νομικός κόσμος αναφέρονται στον πραγματικό κόσμο χωρίς τον οποίο δεν έχουν κανένα νόημα. Καθένας από αυτούς  αναγκαία “συνυπάρχει” παράλληλα προς τον πραγματικό. Νομικός και πραγματικός κόσμος  είναι δηλαδή δύο “παράλληλοι κόσμοι”. 

- Ο νομικός κόσμος όπως και ο πλατωνικός είναι κόσμος ιδεατός, νοητός. Και ο νομικός και ο πλατωνικός είναι και οι δύο κόσμοι ιδεών, ιδεατοί κόσμοι. Παράλληλα όμως είναι και κόσμοι ιδανικοί, κόσμοι πρότυπα.

- Και οι δύο αποτελούνται από ιδέες, από γενικές έννοιες. 

- Ο νομικός κόσμος είναι ο κόσμος της τελειότητας, ο κόσμος των προτύπων, ακριβώς όπως ο πλατωνικός κόσμος των ιδεών. 


5.  Το συμπέρασμα ότι ο κόσμος των ιδεών είναι σε τελική ανάλυση ένας φανταστικός κόσμος, δεν εμποδίζει σε καμία περίπτωση την διαπίστωση της ύπαρξης του νομικού κόσμου, του οποίου βασικός δημιουργός είναι ο νομοθέτης. Η πρώτη μεγάλη διαφορά μεταξύ πλατωνικού και νομικού κόσμου αφορά την υπόστασή τους.  Ο πρώτος δεν υπάρχει, ενώ ο δεύτερος είναι υπαρκτός, είναι εδώ παρών και αναμφισβήτητος. Μπορεί να μην υπάρχει ο κόσμος των ιδεών, όπως τον φαντάστηκε ο Πλάτων, υπάρχει όμως η έννομη τάξη και ο ιδεατός νομικός κόσμος. Η ύπαρξη του νομικού κόσμου είναι αυταπόδεικτη και αναμφισβήτητη. Έτσι ο νομικός κόσμος διαφέρει και πλεονεκτεί του πλατωνικού κόσμου των ιδεών. Μεταξύ τους υπάρχει κεφαλαιώδης διαφορά.

Ο νομικός κόσμος είναι νοητός αλλά όχι φανταστικός. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι υφίσται παράλληλα προς τον πραγματικό κόσμο μέσα στον οποίο ζούμε.Ο νομικός κόσμος υπάρχει όχι σε κάποιο φανταστικό ή οποιοδήποτε άλλο χώρο, αλλά εδώ στον πρΟ νομικός κόσμος είναι υπαρκτός πχ μέσα από την ορατή δράση των νομικών μορφωμάτων. αγματικό χώρο παράλληλα και ταυτόχρονα προς αυτόν.   Η ύπαρξη του νομικού κόσμου διακριτού και διαφορετικού από τον πραγματικό κόσμο είναι αναμφισβήτητη. Η ύπαρξη αυτή εν πολλοίς ταυτίζεται με την νομική ισχύ. Οι κανόνες δικαίου αποκτούν νομική πνοή μέσω της ισχύος και πολλά μορφώματα νομική ζωή με την αναγνώρισή τους από το δίκαιο. Στον νομικό κόσμο εκτυλίσσεται νομική ζωή ταυτόχρονα και παράλληλα προς την πραγματική ζωή αλλ υπάρχει και νομικός θάνατος. Ο νομικός κόσμος υπάρχει επειδή και κατά τον τρόπο που υπάρχει δίκαιο. Η υπόστασή του, η παρουσία του καθίσταται έντονα ορατή κυρίως σε περιπτώσεις παραβατικότητας. Επειδή ακριβώς υφίσται  αν τον παραβείς θα υποστείς  κυρώσεις. Ο νομικός κόσμος αν και ιδεατός είναι  υπαρκτός, δεν είναι “επουράνιος” αλλά βρίσκεται εδώ παράλληλα προς τον πραγματικό, δεν είναι ανεξάρτητος από αυτόν αλλ΄άρρηκτα συνδεδεμένος με αυτόν. 

Ο κόσμος του δικαίου είναι ο  κόσμος του δέοντος   και ο πραγματικός ο κόσμος του είναι. Πρόσωπα και πράγματα του πραγματικού κόσμου έχουν τα αντίστοιχα νομικά τους είδωλα.  Σχεδόν ό,τι υπάρχει στην πραγματικότητα “αντανακλάται” στη νομική σφαίρα. Ο νομικός κόσμος είναι το ρυθμιστικό λειτουργικό σύνολο, που ως τέτοιο δεν υποπίπτει στις αισθήσεις μας αλλά γίνεται αντιληπτό με το νου. Είναι επομένως ένας νοητός κόσμος. Ο νομικός κόσμος αποτελούμενος από ιδέες, πρότυπα, γενικές και αφηρημένες έννοιες δεν γίνεται αντιληπτός διά των αισθήσεων και δεν βρίσκεται στον πραγματικό αλλά στον νοητό πνευματικό κόσμο.

Αν και ως αφηρημένη έννοια ο συνολικος νομικός κόσμος δε γίνεται αντιληπτός μέσω των αισθήσεων, οι επιπτώσεις από την μη συμμόρφωση προς τις επιταγές του είναι ορατές στην καθημερινή πραγματικότητα. Ενώ αυτός ο ίδιος ως σύνολο γενικό και αφηρημένο ανήκει στην πνευματική σφαίρα, οι εκφάνσεις από συγκεκριμένες περιπτώσεις εφαρμογής του είναι ορατές στην πραγματική σφαίρα. 

Η νομική επιστήμη βρίσκεται αντιμέτωπη με δύο κόσμους, τον πραγματικό και τον νομικό, το δίκαιο και τα πράγματα, την πραγματικότητα. Δίκαιο και πραγματικότητα είναι οι δύο πόλοι προς τους οποίους πρέπει ταυτόχρονα να στρέφεται η νομική σκέψη. Φαίνεται έτσι εκ πρώτης όψεως ότι βασίζεται σε μια βάση δυαδιστική, όπως εκείνη του πλατωνικού δυϊσμού. Όμως η αντιμετώπιση των δύο κόσμων του νομικού και του πραγματικού δεν πρέπει να οδηγεί  ούτε στον νομικό δυισμό ούτε στον νομικό ιδεαλισμό. Η παράλληλη διαχείριση δικαίου και πραγματικότητας κατά την νομική επεξεργασία δεν είναι βέβαια χωρίς δυσκολίες. Ο νομικός μπορεί πολύ εύκολα να στραφεί προς την μια ή την άλλη κατεύθυνση. Ο νομικός  δεν πρέπει να οδηγηθεί στον δυισμό αλλά στην μονιστική σύνθεση πραγματικού και νομικού στοιχείου. Να μην ατενίζει αποκλειστικά τον νομικό κόσμο και το δηλωμένο περιεχόμενο του κανόνα δικαιου εντασσόμενος έτσι στη θετικιστική σχολή και ακολουθώντας θετικιστική ή και ιδεαλιστική ερμηνεία αγνοώντας την πραγματικότητα. Είναι ο νομικός  μονισμός εκείνος που βοηθά στην ορθή αντιμετώπιση των σχέσεων δικαίου και πραγματικότητας.   Σύμφωνα με μοωιστική νομική προσέγγιση  δίκαιο και πραγματικότητα αφενός μεν διακρίνονται αφετέρου δε είναι αδιαχώριστα  καθόσον αποτελούν  αποτελούν  αναπόσπαστα μέρη ενός ενιαίου συνόλου. Όπως ακριβώς ένα πράγμα και η σκιά του. Ο νομικός κόσμος είναι απόλυτα εξαρτημένος από τον πραγματικό κόσμο. Οι δύο αυτοί κόσμοι δεν είναι ανεξάρτητοι μεταξύ τους, αλλ αποτελούν αναπόσπαστα μέρη μιας ευρύτερης ενότητας. Δέον και είναι, δίκαιο και πραγματικότητα  συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους. Είναι δύο υποσύνολα ενός ευρύτερου συνόλου. Ο νομικός κόσμος δεν γίνεται κατανοητός χωρίς την θεώρηση του πραγματικού κόσμου. Δεν είναι αποκλειστικά εγκεφαλικό δημιούργημα αλλά δημιουργήθηκε ενόψει συγκεκριμένης πραγματικότητας. 


6. Βασιζόμενος στη θεμελιώδη θέση της σωκρατικής σκέψης για τους ορισμούς των εννοιών, ο Πλάτων προχώρησε πολύ πιο πέρα κατασκευάζοντας την θεωρία των ιδεών.  Η  πίστη σε Ιδέες που υπάρχουν σε ένα ξεχωριστό κόσμο  συνιστά αυτό που είναι γνωστό ως η "πλατωνική θεωρία των Ιδεών". 

Όπως ο κόσμος των ιδεών αποτελείται από ιδέες έτσι και ο κόσμος των νομικών ιδεών αποτελείται από νομικές ιδέες, έννοιες. Είναι δηλαδή ο νομικός χώρος ο χώρος στον οποίο υπάρχουν και λειτουργούν οι νομικές  οντότητες, οι νομικές ιδέες, έννοιες. Και στις δύο περιπτώσεις - του πλατωνικού και του νομικού κόσμου- πρόκειται βασικά για γενικές έννοιες. Η έννοια αναφέρεται στην πραγματικότητα, στα πράγματα πού βρίσκονται γύρω μας και οι νομικές έννοιες στα πράγματα του νομικού κόσμου. Οι νομικές έννοιες είναι το “συστατικό στοιχείο” του νομικού κόσμου. 

   (α) Ο όρος “έννοια” εκφράζει μία ελάχιστη νοηματική ενότητα, μια μονάδα γνώσης.  

 (β)Η έννοια  αυτή καθεαυτήν δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Είναι μία εσωτερική νοηματική  ενότητα - εικόνα, που βρίσκεται (μέσα) στον νου μας, εν-νω (έν-νοια). Η συνεννόηση των ανθρώπων συνίσταται στο ότι με τις λέξεις αντιλαμβάνονται ακριβώς ή περίπου τις ίδιες εικόνες, που βλέπουν με τα μάτια του νου. 

 (γ) Tο πλάτος μιας έννοιας είναι το πλήθος των ομοειδών πραγμάτων που περιλαμβάνει. 

  (δ) Tο βάθος μιας έννοιας είναι τα ουσιώδη γνωρίσματά της, που είναι κοινά για όλα τα ομοειδή πράγματα στα οποία αναφέρεται. 

Κατά τον Θ.Βορέα (Λογική) έννοια είναι καθολική παράσταση, που περιλαμβάνει τα κύρια γνωρίσματα ενός ή πλειόνων αντικειμένων, με τα οποία εκφράζεται η ουσία αυτών. Βάσει του πλάτους και του βάθους έννοια είναι το σύνολο των κύριων γνωρισμάτων ενός πλήθους ομοειδών αντικειμένων, συγκεκριμένων (πχ άνθρωπος, κτήριο,  τρίγωνο, δένδρο)  ή αφηρημένων (πχ χρόνος, δικαιοσύνη, ανδρεία), καθώς και η μόνιμη και ορισμένη εικόνα (παράσταση), που σχηματίζεται στο νου μας από αυτά.

Το μεγάλο ζήτημα του ειδικοτερου καθορισμού, του ορισμού δηλαδη των εννοιών τέθηκε πρώτα από τον Σωκράτη και ανήκει μαζί με την διαλεκτική στις πολύτιμες συνεισφορές του στην ανθρώπινη σκέψη και στην φιλοσοφία. Ο Σωκράτης υποστήριζε - σύμφωνα με τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και τον Ξενοφώντα-  ότι δεν έχει νόημα η συζήτηση ηθικών προβλημάτων, πχ πώς να ενεργεί κανείς δίκαια, ή αισθητικών θεμάτων, π.χ. εάν ένα πράγμα είναι ωραίο ή άσχημο, παρά μόνο αν έχει προηγουμένως καθοριστεί το νόημα των λέξεων "δικαιοσύνη" και "ομορφιά".  Χωρίς αυτόν το (προκαθ) ορισμό  δεν γνωρίζουμε ακριβώς το αντικείμενο της συζήτησης επειδή οι συνομιλητές μπορεί να έχουν διαφορετικές παραστάσεις και να προσδίδουν διαφορετικό εννοιολογικό περιεχόμενο  στις ίδιες λέξεις. Ο (προ)καθορισμός, αυτός, ο ορισμός δηλαδή των εννοιών,  παρέχει τα κριτήρια  με τα οποία είναι δυνατή η αξιολόγηση πράξεων και αντικειμένων. Ο ισχυρισμός αυτός φαίνεται εν μέρει αληθής. Πράγματι η αλήθεια του σωκρατικού ισχυρισμού αφορά μόνον τους ειδικούς επιστημονικούς χώρους, όχι όμως και την γενική, κοινή χρήση των λέξεων. Οι λέξεις στο πλαίσιο συγκεκριμένων επιστημών ή και σε άλλους ειδικούς χώρους   αποκτούν ειδικότερο περιεχόμενο, αποκτούν εξειδικευμένη νοηματική φόρτιση,  και πολλές φορές μεταβάλλονται σε τεχνικούς νομικους όρους. Πχ η λέξη δίκαιο, δικαιοσύνη χρειάζονται οπωσδήποτε  ορισμό στο πλαίσιο της νομικής επιστήμης. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο για την κοινή χρήση των λέξεων στην καθημερινότητα. Η κοινή ή γενική χρήση των λέξεων δεν έχει ανάγκη από οποιοδήποτε (προκαθ)ορισμό. Οι λέξεις ως λεκτικά ενδύματα νομάτων, διαθέτουν σημασιολογικό πυρήνα και σημασιολογική περιφέρεια. Ο “σκληρός” σημασιολογικός πυρήνας των λέξεων παραμένει βασικά αμετάβλητος και γίνεται αντιληπτός από τον μέσο, μη ειδικό  άνθρωπο ο οποίος αισθάνεται κα αντιλαμβάνεται το περιεχόμενο των λέξεων χωρίς να έχει ανάγκη οποιοδήποτε προηγούμενο ορισμό. Στην αντίθετη περίπτωση θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη αν όχι αδύνατη η απλή συνεννόηση μεταξύ των ανθρώπων.


7. Οι ‘΄πλατωνικές ιδέες κατά τον εμπνευστή τους υπάρχουν σε ένα κόσμο ξεχωριστό σε ένα κόσμο διαφορετικό από αυτόν στον οποίο ζούμε. στον κόσμο των ιδεών. Αποτέλεσμα της δημιουργίας του παράλληλου προς τον πραγματικό, νομικού κόσμου  είναι ότι ο  πολίτης κάθε κράτους,  κάθε οργανωμένης κοινωνίας ζει ταυτόχρονα μέσα στους  δύο αυτούς παράλληλους κόσμους, αφενός μεν στην πραγματικότητα  αφετέρου δε μέσα στο πλαίσιο της συνολικής νομικής ρύθμισης. Η συνύπαρξη των δύο αυτών παράλληλων κόσμων έχει ιδιαίτερη σημασία για την νομική επιστήμη. Η ιδέα του ορθού, του τέλειου, του υποδείγματος, διέπει τόσο τον πλατωνικό  κόσμο των ιδεών όσο και τον νομικό κόσμο, ενυπάρχει στην φύση αμφοτέρων, ιδρύοντας μεταξύ τους ακατάλυτο δεσμό, που αυτοδίκαια παραπέμπει από τον ένα στον άλλον. Η έννοια του προτύπου ανήκει σε αυτή την ίδια την φύση του δικαίου, ως ορθού και του κανόνα δικαίου, που υποδεικνύει το “ίσιο” δηλαδή όχι το στραβό, το ορθό και όχι το λάθος.Το νοητό “αλάνθαστο” “αιώνιο” υπόδειγμα του νομικού κόσμου, η “νομική ιδέα” υποδεικνύει και φωτίζει τον πραγματικό κόσμο. Ο νομικός κόσμος  είναι, όπως ο πλατωνικός κόσμος των ιδεών, απαλλαγμένος από τις ατέλειες του πραγματικού κόσμου, αποτελεί ένα πρότυπο προς το οποίο κατ΄επιταγή  πρέπει να προσαρμοστεί ο πραγματικός κόσμος.  Είναι κόσμος ιδεατός αλλά και ιδεώδης. Είναι ο κατά την κρίση του νομοθέτη “τέλειος κόσμος”, υποδειγματικός, “κόσμος υπόδειγμα”. Ο νομοθέτης λειτουργεί σαν τον ζωγράφο,  που ζωγραφίζει το πορτρέτο  του πραγματικού κόσμου  αφαιρώντας όμως τις κηλίδες τις ρυτίδες, το περιττό βάρος και οποιαδήποτε άλλη ατέλεια  επιβαρύνει η αμαυρώνει την εικόνα του. Σε τελική ανάλυση ο νομοθέτης σχεδιάζει ένα υποδειγματικό αντίγραφο του πραγματικού κόσμου. Οι επιμέρους ρυθμιστικές παρεμβάσεις του προστιθέμενες, στοιχειοθετούν ένα υποδειγματικό σύνολο. Μια υποδειγματική εικόνα της πραγματικότητας. Αυτό που συνήθως λέγεται, ότι το δίκαιο ρυθμίζει την κοινωνική συμβίωση σημαίνει ακριβώς ότι δημιουργεί μερικότερα υποδειγματα τα οποία αθροιζόμενα συνθέτουν έναν υποδειγματικό κόσμο. Πχ το οργανωτικό μέρος του συνταγματικού δικαίου περιγράφει ένα πρότυπο κράτους, όπως λχ οι διατάξεις περί του κοινωνικού κράτους δικαίου ρυθμίζουν συγκεκριμένο πρότυπο κρατικής οργάνωσης και λειτουργίας Παράλληλα το σύνολο διατάξεων που αναφέρεται στα συνταγματικά δικαιώματα περιγράφουν το πρότυπο ενός πολίτη, όπως λχ με τις συνταγματικές ελευθερίες  συντακτικός νομοθέτης καθιερώνει το συνταγματικό πρότυπο του ελεύθερου ανθρώπου.  Το δίκαιο δημιουργεί πρότυπα, υποδείγματα, για τον πραγματικού κόσμο. Ο νομοθέτης με απαγορευτικές και άλλες διατάξεις δημιουργεί πρότυπα συμπεριφοράς, τυποποιημένες μορφές συμπεριφοράς. Ο νομικός κόσμος είναι ένας υποδειγματικός κόσμος, ένα πρότυπο, φάρος που φωτίζει τον πραγματικό κόσμο. Αυτές οι πρότυπες εικόνες είναι Ιδεατές, δεν υπάρχουν αυτές καθαυτές στην πραγματικότητα, αλλά στον νου, εν νω, ως έν-νοιες, νοούνται, είναι δηλαδή νοητές, ιδέες αφηρημένες που δεν γίνονται αντιληπτές μέσω των αισθήσεων αλλά μόνο με την λογική, με το νου. 




Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2020

Συνταγματική Νομιμότητα και Προβλήματα της Υγειονομικής Απαγόρευσης Συναθροίσεων

 

του

Ανδρέα Γ. Δημητρόπουλου


"Η επιστήμη χρειάζεται χρόνο και η Δημοκρατία επαγρύπνηση"

SΤο Σύνταγμα προβλέπει τρία επίπεδα λειτουργίας των θεσμών και της άσκησης των Συνταγματικών Δικαιωμάτων, την συνταγματική κανονικότητα, την έκτακτη κατάσταση ανάγκης  άρθρ.44 παρ.1Σ)  και την εξαιρετική κατάσταση ανάγκης (άρθρ.48Σ.) Και στα τρία επίπεδα και κατά συστηματική ερμηνεία των συνταγματικών διατάξεων  πραγματοποιείται ι η θεσμική εφαρμογή των συνταγματικών δικαιωμάτων. 

Α. Συνταγματική κανονικότητα

1. Είναι η κατάσταση κατά την οποία υπάρχει κοινωνική οικονομική και πολιτική ομαλότητα. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρόκειται για ιδανική κατάσταση στην οποία δεν υπάρχουν προβλήματα και κίνδυνοι. Σημαίνει όμως ότι οι κίνδυνοι δεν έχουν εξελιχθεί ώστε να δημιουργηθεί εκτροπή από την συνταγματική κανονικότητα, Δεν υπάρχει δηλαδή έκτακτη ανάγκη  όπως απαιτείται από το άρθρο 44 ούτε και εξαιρετική ανάγκη όπως απαιτεί το 48. 


2. Τα συνταγματικά δικαιώματα προσαρμόζονται με την είσοδο του ατόμου στους διάφορους θεσμούς  όπως  π.χ. στον γάμο στα διάφορα σωματεία κλπ κατά συστηματική πάντοτε ερμηνεία των σχετικών διατάξεων. Η ρύθμιση και ειδικότερα η απαγόρευση των συναθροίσεων κατά το άρθρο 11 Σ αφορά το πλαίσιο συνταγματικής κανονικότητας. Ειδικότερα:

(α) Ιδιωτικές συναθροίσεις:  Κατά το Σύνταγμα  αποκλείεται, δεν επιτρέπεται δηλαδή σε καμία περίπτωση η απαγόρευση ιδιωτικών  συναθροίσεων. 

(β1)Δημόσιες κλειστές συναθροίσεις : Στο πλαίσιο πάντοτε της συνταγματικής κανονικότητας δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση η απαγόρευση των δημοσίων  κλειστών συναθροίσεων. 

(β2) Δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις: Αντίθετα  είναι δυνατή η απαγόρευση των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων είτε σε όλη την επικράτεια (ολική) αν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια είτε τοπικά αν υπάρχει σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής (άρθρ.11 παρ.2εδ.β΄Σ) Η απαγόρευση αφορά πάντοτε συγκεκριμένη συνάθροιση είναι δηλαδή πάντα ειδική και συγκεκριμένη και δεν μπορεί να είναι γενική να αφορά δηλαδή την διενέργεια όλων των συναθροίσεων. Η απαγόρευση αναφέρεται στο πλαίσιο της συνταγματικής κανονικότητας πρόκειται δηλαδή για κινδύνους ορατούς  και υπαρκτούς οι οποίοι όμως δεν έχουν υπεισέλθει στο πλαίσιο της έκτακτης καταστάσεις ανάγκης.  Πρόκειται δηλαδή για κίνδυνο που βρίσκεται ακόμη σε κατάσταση προηγούμενη της κατάστασης ανάγκης μέσα δηλαδή στο πλαίσιο της κανονικότητας.  

 

Β΄ Έκτακτη κατάσταση ανάγκης (άρθρ. 44 παρ.1Σ)  

1’ Πρόκειται για  έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης δηλαδή  για τις περιπτώσεις, στις οποίες εμφανίζεται ισχυρή που έχει επιβάλλει αποκλίσεις από την συνταγματική κανονικότητα.διατάραξη κυρίως κοινωνική ή οικονομική  ή και “δευτερεύουσα¨ πολιτική διατάραξη  υπό την έννοια ότι δεν πρόκειται για απειλή της χώρας ή της λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος.  Στην έκτακτη κατάσταση ανάγκης  υπάρχει συνταγματικοπολιτική ομαλότητα (διότι δεν απειλείται η Χώρα ή η Δημοκρατία) όχι όμως και κοινωνικοοικονομική κανονικότητα. 

 Στην περίπτωση της παρούσας πανδημίας ο υφιστάμενος κίνδυνος έχει περάσει τα όρια της κοινωνικής και οικονομικής κανονικότητας και βρίσκεται ήδη στην περιοχή της έκτακτης κατάστασης ανάγκης και έχει πλέον ενεργοποιηθεί η ειδική κυριαρχική υγειονομική σχέση  στο πλαίσιο της οποίας ασκούνται τα συνταγματικά δικαιώματα. Η παρουσία της πανδημίας οδηγεί στην λήψη μέτρων για την αντιμετώπισή της, που εμποδίζουν την ελεύθερη και καθ όλο το περιεχόμενό τους  άσκηση ορισμένων συνταγματικών δικαιωμάτων, δηλαδή εκείνων μόνον που συνδέονται με σχέση αιτιώδους συνάφειας προς την ειδική κυριαρχική έννομη σχέση και μόνον κατά το αιτιωδώς απαιτούμενο μέτρο.  Στα Συνταγματικά δικαιώματα  που ιδιαίτερα συνδέονται με την αντιμετώπιση της πανδημίας ανήκουν η ελευθερία κίνησης (άρθρ.5 Σ) και το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι (άρθρ.11), δικαιώματα στα οποία έχουν ήδη επιβληθεί σημαντικοί περιορισμοί. εναντίον των οποίων και ιδιαιτέρως εναντίον της απαγόρευσης της γενικής υπαίθριας συνάθροισης, εγέρθηκαν  έντονες αντιρρήσεις.

2. Σε έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης επιβάλλεται η θεσμική προσαρμογή μόνον των Συνταγματικών δικαιωμάτων, που αιτιωδως συνδέονται με τη συγκεκριμένη ανάγκη -όπως εν προκειμένω για την αντιμετώπιση της πανδημίας - και μόνο κατά το μέτρο που επιβάλλεται από την αιτιώδη συνάφεια. Οι συναθροίσεις εμπεριέχουν μεγάλο κίνδυνο διεύρυνσης της πανδημίας λόγω της συγκέντρωσης μεγάλου αριθμού ατόμων, εφόσον  δεν λαμβάνονται και δεν τηρούνται τα απαραίτητα προληπτικά μέτρα. Είναι επομένως δυνατή στο πλαίσιο της συνταγματικά προβλεπόμενης ειδικής κυριαρχικής σχέσεως δημόσιας υγείας, η κατά το άρθρο 11Σ γενική η τοπική απαγόρευση  συναθροίσεων - κατά συστηματική ερμηνεία του άρθρου 11, 44 παρ.1  και των άρθρ. 5 παρ.4 ερμ. δήλ.,  7παρ.2, 21παρ.3, 22παρ.4, Σ - μόνο όμως κατά το μέτρο, που πράγματι εμπεριέχουν κίνδυνο παραπέρα μετάδοσης του ιού. 

Είναι επομένως αντισυνταγματικοί οι περιορισμοί της ανέπαφης κίνησης και συνάθροισης. Δεν είναι  σύμφωνες προς το Σύνταγμα απαγορεύσεις μορφών συνάθροισης που δεν εμπεριέχουν αυτόν τον κίνδυνο όπως πχ κατάθεση στεφάνων από αντιπροσωπείες περιορισμένου αριθμού ατόμων που τηρούν τα προβλεπόμενα προληπτικά μέτρα. Δεν είναι  σύμφωνες προς το Σύνταγμα απαγορεύσεις μορφών συνάθροισης που δεν εμπεριέχουν αυτόν τον κίνδυνο όπως πχ κατάθεση στεφάνων από αντιπροσωπείες περιορισμένου αριθμού ατόμων που τηρούν τα προβλεπόμενα προληπτικά μέτρα. 

 Από την συστηματική ερμηνεία των παραπάνω άρθρων 11, 44 κλπ του Συντάγματος  σχετικά με την θεσμική προσαρμογή του δικαιώματος του συνέρχεσθαι  στην έκτακτη κατάσταση ανάγκης και ειδικότερα στην έκτακτη κατάσταση υγειονομικής ανάγκης (πχ πανδημία) προκύπτουν τα εξής:

α) Ιδιωτικές συναθροίσεις: Είναι δυνατή η απαγόρευση ιδιωτικών συναθροίσεων η οποια απόλυτα απαγορεύεται στη συνταγματική κανονικότητα  

β) Δημόσιες κλειστές συναθροίσεις: Επιτρέπεται η απαγόρευση δημόσιων κλειστών συναθροίσεων πχ διαλέξεων συνεδρίων και άλλων διάφορων εκδηλώσεων.

γ)Δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις:  επιτρέπεται όχι μόνον η απαγόρευση συγκεκριμένης συναθροίσεις αλλά επιτρέπεται  και η γενική απαγόρευση των συναθροίσεων  είτε ολικά σε όλη την επικράτεια είτε τοπικά στην συγκεκριμένη περιοχή. Η γενική απαγόρευση μοιάζει  με την αναστολή της ισχύος του δικαιώματος στις συναθροίσεις,  διαφέρει από αυτήν.

 

Γ Εξαιρετική κατάσταση ανάγκης:

 Συνδέεται συνταγματικά με την κατάσταση πολιορκίας και  προβλέπεται από το άρθρο 48 του Συντάγματος μόνον όταν διακυβεύονται δύο  κορυφαία συνταγματικά αγαθά, αφενός η εθνική υπόσταση/ασφάλεια και αφετέρου το Δημοκρατικό πολίτευμα. Ο συντακτικός νομοθέτης στο άρθρο 48 αναφέρει expressis verbis τους κινδύνους, που επιτρέπουν την εξαιρετική κατάσταση ανάγκης σε περίπτωση δηλαδή πολέμου επιστράτευσης εξαιτίας εξωτερικών κινδύνων η άμεσης απειλής της εθνικής ασφάλειας καθώς και αν εκδηλωθεί ένοπλο κίνημα για την ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος. Το άρθρο 48 του συντάγματος προβλέπει την εξαιρετική κατάσταση ανάγκης στην οποία διακυβεύονται δύο κορυφαία συνταγματικά αγαθά  αφενός  η εθνική υπόσταση και ασφάλεια και αφετέρου το Δημοκρατικό πολίτευμα. Αντίθετα προς το άρθρο 44 παρ.1 στο άρθρο 48 ο συντακτικός νομοθέτης αναφέρει ονομαστικά με ακρίβεια τα συνταγματικά δικαιώματα πού μπορούν να περιοριστούν, αναφερόμενος στην  αναστολή της ισχύος του συνόλου ή μέρους των σχετικών διατάξεων.

Συμπέρασμα 

Τελικά και υπό τις προϋποθέσεις που αναπτύχθηκαν η απαγόρευση  είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα.  Εκεί όμως που κατά την γνώμη μου πάσχει είναι στο ότι περιλαμβάνει και μορφές συνάθροισης, που δεν περιέχουν κίνδυνο μετάδοσης του ιού  όπως είναι πχ η σύμφωνη με τους  υγειονομικούς όρους κατάθεση στεφάνων από εξουσιοδοτημένες αντιπροσωπείες. Σε κάθε όμως περίπτωση η συνταγματικότητα των μέτρων εξαρτάται από την αληθεια της απειλής.


Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2020

Η αντισυνταγματικότητα της κατάργησης της στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων


 


                         του Ανδρέα Δημητρόπουλου

1. Εισαγωγικά 

Με την τροποποίηση του Π.Κ. το έτος 2019 καταργήθηκε η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων ως παρεπό- μενη  ποινή.  Τίθεται έτσι το ερώτημα της συνταγμα τικότητας της νομοθετικής αυτής   καταργητικής  ρύθμισης.

Καταρχήν απαραίτητη είναι η διάκριση ανάμεσα στην έλλειψη νομοθετικής πρόβλεψης και την καταργητική ρύθμιση.

 

2. Η έλλειψη νομοθετικής πρόβλεψης

  Η γνήσια έλλειψη νομοθετικής πρόβλεψης αυτή καθεαυτήν είναι η περίπτωση κατά την οποία   επιβάλλεται του Συντάγματος η ρυθμιστική παρέμβαση του κοινού νομοθέτη πλην όμως δεν έχει μεσολαβήσει  -καθόσον ουδέποτε έχει ρυθμιστεί νομοθετικά= το συγκεκριμένο ζήτημα. Στις περιπτώσεις αυτές εφόσον ο συντακτικός νομοθέτης  επιτάσσει νομοθετική ρύθμιση,  οφείλει ο κοινός νομοθέτης να υπακούσει .και να ρυθμίσει το συγκεκριμένο ζήτημα.  Για τον λόγο αυτό μάλιστα αναγκάζεται σε ορισμένες περιπτώσεις να θέσει και προθεσμία μέσα στην οποία οφείλει ο κοινός νομοθέτης  να υλοποιήσει την επιταγή του. (πχ ίδρυση διοικητικών δικαστηρίων). .  Σε ένα συνταγματικό κράτος δικαίου ο κοινός νομοθέτης υποχρεούται και όχι απλώς δύναται να υλοποιήσει την συνταγματική επιταγή.  Αν όμως δεν το πράξει αντισυνταγματική ασφαλώς δεν μπορεί να είναι η έλλειψη συνταγματικής πρόβλεψης,  διότι απαιτείται διάταξη νόμου η οποία και δεν υπάρχει.

 

3. Η καταργητική ρύθμιση

   Διαφορετική είναι η περίπτωση της καταργητικής ρύθμισης, η οποία λαμβάνει χώρα, παρά την αντίθετη  σαφή θέληση του συντακτικού νομοθέτη χωρίς ταυτόχρονη αντικατάσταση με άλλη παρεμφερή ρύθμιση, όπως πχ οκατά το άρθρ. 51 παρ.3 Σ απευθείας εκ του νόμου .περιορισμός του εκλογικού δικαιώματας σε περιπτώσεις αμετάκλητης καταδίκης για ορισμένα εγκλήματα,   Η διαφορά συνίσταται στο ότι εν προκειμένω έχει ήδη μεσολαβήσει διάταξη νόμου, νομοθετική ρύθμιση εκτελεστική της επιταγής του συντακτικού νομοθέτη και η ρύθμιση αυτή καταργείται με νεότερη διάταξη νόμου.  Στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να τίθεται ζήτημα συνταγματικότητας της καταργητικής διάταξης νόμου, που εμπεριέχει την αντίθετη προς την σαφή θέλησή του συντακτικού νομοθέτη καταργητική ρύθμιση. Στην αντίθετη περίπτωση,  αν δηλαδή δεν ήταν δυνατός ο έλεγχος συνταγματικότητας θα ήταν πολύ εύκολη η καταστρατήγηση των συνταγματικών επιταγών με την  χρήση   καταργητικών διατάξεων. [Θα μπορούσε πχ ο νομοθέτης να παραχωρήσει αρχικά και στις τρεις ομάδες υπαλλήλων του ίδιου κλάδου επίδομα,  το οποίο δικαιούνται όλοι βάσει της αρχής της ισότητας και να εξαιρέσει εκ των υστέρων μία ομάδα υπαλλήλων από τις τρεις, καταργώντας την διάταξη με την οποία το παραχώρησε]. Η καταργητική  ρύθμιση λοιπόν όπως κάθε άλλη ρύθμιση  υπόκειται στον έλεγχο συνταγματικότητας.

 

4. Οι λόγοι περιορισμού του εκλογικού δικαιώματος

 

   Το εκλογικό δικαίωμα αποτελεί την βάση της ρύθμισης των πολιτικών δικαιωμάτων. Η στέρηση της ικανότητας του  εκλέγειν οδηγεί και στην αυτοδίκαιη έκπτωση από το βουλευτικό αξίωμα σύμφωνα με το άρθρο 55 παράγραφος 2 Σ.  Κατά το άρθρο 51 παράγραφος 3  εδάφιο Β του  ισχύοντος  Συντάγματος  ο νόμος δεν μπορεί να περιορίσει το εκλογικό δικαίωμα παρά μόνο αν δεν έχει συμπληρωθεί κατώτατο όριο ηλικίας ή για ανικανότητα δικαιοπραξίας ή ως συνέπεια αμετάκλητης ποινικής καταδίκης για ορισμένα εγκλήματα.  Απαγορεύεται επομένως εκ του Συντάγματος γενικώς ο περιορισμός του εκλογικού δικαιώματος   και επιτρέπεται εξαιρετικά μόνον για τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους,  δηλαδή την ηλικία την πνευματική υγεία και την καταξίωση. Η ρύθμιση αυτή οφείλεται στη σχέση δικαιώματος του εκλέγειν και δημοκρατικού πολιτεύματος και της αρχής της καθολικής ψηφοφορίας. Η εφαρμογή τις παραπάνω ρύθμισης η υλοποίηση δηλαδή  μέσω της κοινής νομοθεσίας των τριών λόγων περιορισμού του εκλογικού δικαιώματος είναι υποχρεωτική για τον κοινό νομοθέτη,  καθόσον  ανάγεται σε αυτήν την ίδια την ποιότητα, στην ικανότητα του εκλογικού σώματος και τελικά στην ορθότητα των αποφάσεων του. Έτσι όπως δεν μπορεί ο κοινός νομοθέτης να καταργήσει την ηλικία ως προσόν του δικαιώματος του εκλέγειν κατά τον ίδιο τρόπο δεν μπορεί να καταργήσει και την πνευματική υγεία αλλά και την καταξίωση. 

 

5. Η καταξίωση ως προσόν του εκλογέως

    Όπως προκύπτει κυρίως από το άρθρο 51 παράγραφος 3 του Συντάγματος  η καταξίωση αποτελεί απαραίτητο προσόν για την άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων των οποίων η αναγνώριση περιποιεί τιμή στον φορέα τους καθόσουν αναφέρονται στο γενικό συμφέρον. Ο  συντακτικός νομοθέτης επιτάσσει να ασκούνται τα πολιτικά δικαιώματα από τους πολίτες που θεωρούνται όλοι οι καταξιωμένοι Εκτός αν έχουν με αμετάκλητη απόφαση καταδικαστεί για ορισμένα εγκλήματα, δηλαδή για εγκλήματα των οποίων η τέλεση εμπεριέχει έντονη απαξίωση Είτε Κατά την κρίση του νομοθέτη αν το ρύζι η είτε Κατά την κρίση της δικαστικής εξουσίας.  Η τέλεση λοιπόν ιδιαίτερα απαξιωτικών εγκλημάτων στερεί από τα πρόσωπα αυτά την συνταγματικά απαιτούμενη καταξίωση για την άσκηση δικαιώματος του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι κλπ.  ο συντακτικός νομοθέτης ορίζει τα συγκεκριμένα αδικήματα,  Σαφώς όμως δεν επιθυμεί την άσκηση των τιμητικών πολιτικών δικαιωμάτων από άτομα,  που δεν διαθέτουν την απαιτούμενη καταξίωση,  καθόσον έχουν ev αμετάκλητα καταδικαστεί σε εγκλήματα των οποίων η τέλεση εμπεριέχει ιδιαίτερα έντονη απαξίωση ασυμβίβαστο με τον τιμητικό χαρακτήρα των πολιτικών δικαιωμάτων. 

 

6. Συμπέρασμα

    Συμπερασματικά φαίνεται  ορθό να γίνει δεκτό, ότι ο κοινός νομοθέτης δεν μπορεί να αγνοεί αυτή τη Συνταγματική επιταγή - και για αυτό υπήρχε άλλωστε μέχρι το 2019 η σχετική ρύθμιση- επομένως ούτε και να την καταργεί χωρίς ταυτόχρονα να την αντικαθιστά με άλλη διάταξη.  Η κατάργηση της διάταξης νόμου που προέβλεπε την στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων έχει ως αποτέλεσμα την άσκηση τους από πρόσωπα καταδικασθέντα και για εγκλήματα που εμπεριέχουν έντονη απαξίωση,  Δηλαδή από πρόσωπα μη καταξιωμένα παρά την αντίθετη   σαφή θέληση του συντακτικού νομοθέτη.  Κατά συνέπεια δεν είναι σύμφωνη προς τις  συνταγματικές διατάξεις εφόσον πραγματοποιείται χωρίς ταυτόχρονη αντικατάσταση με άλλη παρεμφερή ρύθμιση, όπως μετ. άλ. είναι πχ ο κατά το άρθρο 51 παρ.3 απευθείας εκ του νόμου .περιορισμός του εκλογικού δικαιώματας σε περιπτώσεις αμετάκλητης καταδίκης για ορισμένα εγκλήματα όπως λχ το έγκλημα της διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης,

 

Κυριακή 10 Μαΐου 2020

Στη Μάνα ... Το τελευταίο Αντίο


      Α΄
      Υπάρχουν πράγματι κορυφαίες στιγμές στη ζωή του ανθρώπου, στιγμές που αποκτούν τραγικό χαρακτήρα όταν συνδέονται με τον θάνατο δικών μας προσώπων.  Μια από αυτές τις στιγμές ζούμε και εμείς σήμερα. Όταν άρχισα να γράφω τον τελευταίο χαιρετισμό, σταμάτησε, πάγωσε το μυαλό μου. 'Ημουν βέβαιος ότι δεν θα τα καταφέρω. Γνωρίζεις μάνα ότι - όπως άλλωστε και συ - δεν μου είναι εύκολο να μιλώ από χειρόγραφο. Σήμερα δεν μπορούσα να κάνω αλλοιώς. Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ, ότι θα χρησιμοποιούσα όσα μου έμαθες για να σου γράψω τον επικήδειο. Είναι δύσκολο να γράψεις ένα επικήδειο. Ακόμη περισσότερο όταν πρόκειται για μια μάνα σαν και σένα. Δεν είναι εύκολο πράγμα  να σκιαγραφήσεις με λίγες λέξεις μια προσωπικότητα όταν μάλιστα είσαι συνέχειά της. Δεν είναι εύκολο να σκιαγραφήσεις  μια ζωή, όταν μάλιστα σε μεγάλο μέρος πρόκειται για  τη δική σου ζωή. Έχω λοιπόν έντονη την αίσθηση ότι θα σε αδικήσω. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά. Θα είναι όμως η τελευταία. Η ώρα του θανάτου είναι ώρα οδύνης και σπαραγμού. Είναι όμως και ώρα περίσκεψης και διαλογισμού. Είναι ώρα απολογισμού αλλά και προγραμματισμού. Αφορά το παρελθόν αλλά και το μέλλον. Δεν αναφέρεται μόνο σε αυτόν που έφυγε αλλά και σε αυτούς που μένουν και στη δική μας συμπεριφορά. Γι αυτό δεν είναι μόνο ώρα αποχωρισμού αλλά και συνένωσης. Είναι βέβαιο ότι ο θάνατος χωρίζει. Είναι όμως εξίσου βέβαιο ότι με ένα άλλο τρόπο μας ενώνει.  Με την αφορμή του θανάτου μας δίνεται η ευκαιρία μεταφυσικής ενατένισης. Μας βοηθά να προσεγγίσουμε τη μετά θάνατο ζωή αλλά να δούμε και την επήγεια ζωή με άλλο μάτι. Είναι ακόμη μια ευκαιρία να αναλογιστούμε όλοι εμείς πόσο προσωρινοί είμαστε.
                                                             
                                                                   Β΄

       Λίγοι άνθρωποι είχαν την τύχη να γεννηθούν από μια μάνα σαν αυτή που κηδεύουμε σήμερα. Υπήρξε μια πολυσχιδής προσωπικότητα. Φιλόλογος Λυκειάρχης, άριστη επιστήμων  με ερευνητικό και συγγραφικό έργο, με ουσιαστική αγάπη για τα παιδιά και τη μάθηση, εξαιρετική μητέρα και σύζυγος. Παράλληλα υπήρξε μια ανήσυχη καλλιτεχνική φύση, μια ποιήτρια της ζωής και της τέχνης. Ένα ανήσυχο πνεύμα. Είχες μάνα μια έντονη περιφρόνηση για τα υλικά αγαθά και δεν σε ενδιέφερε η εξωτερική εμφάνιση παρά μόνο ο εσωτερικός  κόσμος. Αντίθετα στο σημερινό υλιστικό ρεύμα είχες ελαχιστοποιήσει τις κάθε είδους υλικές σου ανάγκες, διατροφής, ένδυσης, διασκέδασης, οποιεσδήποτε. Θα έλεγε κανείς ότι δεν ανήκες στον κόσμο αυτό, τον οποίο όμως αγάπησες και προσπάθησες με ευγένεια να διορθώσεις. Ήσουν στη κυριολεξία πνευματικός άνθρωπος. Είχες ως ιδανικό την μόρφωση και την πνευματική αξία.  Μας μεγάλωσες εμπνέοντάς μας μια ακατάσβεστη αγάπη για τη γνώση, για την ουσιαστική παιδεία και σε ευχαριστώ. Αλλά σε ευχαριστώ γιατί τα ίδια ενέπνευσες στα δικά μου παιδιά στα δικά σου εγγόνια και σε όλους τους μαθητές σου.
    Η πραότητα και η καλωσύνη ήταν ίδιο του χαρακτήρα σου. Δεν θυμάμαι ποτέ υψωμένη τη φωνή σου.  Ο μειλίχιος χαρακτήρας σου είχε παράξενα συνδυαστεί με μια δυσεύρετη  δυναμικότητα, που ξεπερνούσε όχι μόνο γυναίκες αλλά και άνδρες.  Σπάνια ένας τέτοιος συνδυασμός. Ο δυναμισμός σου αυτός μας ενέπνεε εμπιστοσύνη. Όχι μόνο σε μικρή ηλικία αλλά και τώρα νοιώθαμε ασφαλείς κοντά σου. Έβαζες στόχους και τους πετύχαινες με μια αξιοθαύμαστη επιμονή. Ήταν αδύνατο να σου αλλάξει κανείς του στόχους που έβαζες.     Ο δεσμός της μάνας και του παιδιού έχει μια απαράμιλη μοναδικότητα, διαχρονική. Ο θάνατος της μάνας ισοδυναμεί με κάποια έννοια με την αποκοπή του ομφάλιου λώρου, ανεξάρτητα από ηλικία. Με τον θάνατο της μάνας έχεις  την αίσθηση ότι μένεις μετέωρος, ακόμη πιο μόνος.  Το κενό που μας άφησες μάνα θα μας ακολουθεί στην υπόλοιπη ζωή μας. Λίγοι είχαν  την ευτυχία να τους γεννήσει και να τους αναθρέψει μια τέτοια μάνα όπως εσύ.       
      Υπήρξες το υπόδειγμα της ελληνίδας μητέρας το οποίο άλλωστε δίδασκες και ενέπνεες στους μαθητές και τις μαθήτριές σου. Δεν ήσουν για μένα μόνο μάνα. Αλλά και δασκάλα και καθηγήτρια. Δεν είμαι μόνο φυσικό αλλά και πνευματικό σου παιδί. Και αυτό κάνει τον πόνο μου πολύ πιο μεγάλο.  Ήσουν ακούραστη πάνω από το κεφάλι μας. Σε κάθε μου βήμα. Κερί αναμένο. 'Ετρεχες να τα προλάβεις και να τα συνδυάεις όλα. Το σπίτι, το σχολείο το φαί και το διάβασμά μας. Και όσο περισσότερα μας πρόσφερες τόσο περισσότερα αχόρταγα και αυστηρά ζητούσαμε, χωρίς να σταματάμε ποτέ, γιατί για μας ήσουν υποχρεωμένη μόνο να προσφέρεις  και συ μας το είχες μάθει και χαιρόσουν γι αυτό.   Ήσουν η προσωποποίηση της υποχρέωσης. Για σένα η λέξη δικαίωμα δεν υπήρχε.  Ο νους μου ανατρέχει στη παιδική μου ηλικία. Θυμάμαι τα πρώτα γράμματα που μου έμαθες. Ακόμα σε βλέπω να κάνεις  δουλειές του σπιτιού και να μου μιλάς γαλλικά για να εκμεταλεύεσαι το χρόνο. Σε θυμάμαι δίπλα μου πάντα στο διάβασμα και στο σχολείο. Θυμάμαι τα γιορτινά μας τραπέζια. Τα κουλούρια το Πάσχα και τα γλυκά τα Χριστούγεννα. Σε θυμάμαι πάντα φορτωμένη με ψώνια. Σε θυμάμαι τις γιορτές και τις καθημερινές  όλες τις ανθρώπινες οικογενειακές στιγμές που ζήσαμε μαζί. Σε θυμάμαι στο καθημερινό και στο γιορτινό τραπέζι που καθόσουν τελευταία και σηκωνόσουν πρώτη.  Και ευχαριστώ τον θεό που σε διάλεξε για μάννα μου. Ευχαριστώ τον θεό που με αξίωσε να ζήσω μαζί σου.   Δεν ήξερες τη λέξη αυστηρότητα. Δεν θυμάμαι να με μάλωσες ποτέ. Πάντα προσπαθούσες με γλυκά λόγια να με νουθετήσεις. Δεν μου χάλαγες χατήρι. Μου ικανοποίησες όλες μου τις επιθυμίες. Θυμάμαι ακόμη το πρώτο μου ποδήλατο, το πρώτο μαγνητόφωνο που μαζί πήγαμε και αγοράσαμε.   Δίπλα μου και στον αγώνα από το Δημοτικό μέχρι το  Πανεπιστήμιο αλλά και σε όλη μου τη ζωή.

      Η μεγαλοψυχία της μάνας στο πρόσωπό σου έλαβε τεράστιες διαστάσεις. Συγχώρεσέ με αν σε πίκρανα. Και δεν  ήταν λίγες φορές. Με συγχωρούσες περίπου αυτονόητα σαν να είχα το δικαίωμα να σε στενοχωρώ και συ την υποχρέωση να με υπομένεις.  Σε θυμάμαι πίσω από την πόρτα να περιμένεις υπομονετικά όταν αργούσα σε νεαρή ηλικία με την ανακούφιση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό σου που έδειχνε όμως καθαρά την αγωνία που είχες περάσει.   Δεν κράταγες τίποτε για τον εαυτό σου. Τα έδινες όλα σε μας. Χαρά σου ήταν η δική μας απόλαυση. Ήσουν προορισμένη να αφιερώσεις τη ζωή σου σε μας. Έδινες πολλά και δεν έπαιρνες τίποτε.  Ζούσες για μας. Έδινες τα πάντα χωρίς να περιμένεις κάτι. Ήσουν η προσωποποίηση της αυταπάρνησης. Δεν περίμενες ανταπόδοση. Από την πλευρά μου δεν νομίζω ότι μπόρεσα να σου προσφέρω οτιδήποτε.  Η αποστολή σου δεν τελείωσε με το μεγάλωμά μας. Έπρεπε να μεγαλώσεις και τα παιδιά μας. Με τις ίδιες αρχές με το ίδιο ακούραστο πάθος για μάθηση δίδαξες και μεγάλωσες  την Ελενα τον Γιώργο, τον Θωμά τη Νάταλη. 

      Από μικρή ηλικία είχες επιδείξει την ιδιαίτερη έφεση στις σπουδές. Τελείωσες την γαλλική φιλολογία και μετά την ελληνική φιλολογία. Το πάθος σου για τις ξένες γλώσες. Αγγλικά γαλλικά γερμανικά ιταλικά Δε σου φταναν, Μάθαινες μέχρι τη τελευταία στιγμή μόνη σου με μέθοδο πολωνικά για να συνενοείσαι.  Αλλά για σένα η μάθηση ήταν μια διαρκής διαδικασία χωρίς τελειωμό. Δεν ισοδυναμούσε με πτυχία. Είχε ουσιαστικό περιεχόμενο. Δημοσίευσες το βιβλίο " Η ανατροφή των θυγατέρων μας" αλλά και πολλές άλλες μελέτες του επιστημονικού σου αντικειμένου. Οι γνώσεις σου ήταν απέραντες. Η μάθησή σου δεν ήταν επιφανειακή, αλλά συστηματική και συγκροτημένη. Παράλληλα διέθετες απέραντα αποθέματα μνήμης. Θυμάμαι σαν μαθητής που μας υπαγόρευες τα αρχαία κείμενα από στήθους και απορούσαμε.  Μας εξέπληττες όλους συνέχεια με το εύρος και το βάθος των γνώσεών σου. Μόλις πριν λίγες μέρες για να σε αποσπάσω σε ρώτησα χειρούργος ή χειρουργός και μου απάντησες.  Μέχρι την τελευταία στιγμή στο Λαϊκο λίγο πριν από τον τάφο σε ακούω να ψελλίζεις με την αδυνατισμένη φωνή σου "άνδρα μοι ένεπε μούσα πολύτροπον ως μάλα πόλα".  Ως εκπαιδευτικός συνδύασες δύο βασικά προτερήματα. Άρτια επιστημονική συγκρότηση και  σπάνια αφοσίωση στο καθήκον. Λάτρεψες το σχολείο όσο ελάχιστοι. Είχες ένα ασυγκράτητο πάθος με την εκπαιδευτική διαδικασία. Έδωσες στη κυριολεξία του όρου και τη ψυχή σου. Και αυτό το ξέρουν καλά οι χιλιάδες μαθητές που πέρασαν από τα χέρια σου. Και άρρωστη πήγαινες στο μάθημα. Δεν είχες μια τυπική παρουσία. Αλλ΄αυτή την εσωτερική ουσιαστική σχέση. Λάτρεψες στη κυριολεξία; του όρου τη δουλειά σου. Από σένα έμαθα, ότι πρέπει να αγαπάμε τη δουλειά μας όσος τον ίδιο τον εαυτό μας. Σχολείο και σπίτι ήταν δυο  χώροι στους οποίους έδρασες. Υπηρέτησες τη μέση εκπαίδευση 35 ολόκληρα χρόνια. Πέρασαν από τα χέρια σου χιλιάδες μαθητές, που σε θυμούνται με αγάπη και ευγνωμοσύνη. Λάτρεψες τους μαθητές σου. Νοιώθω περήφανος για σένα όπως και συ ήσουν για μένα. Σαν συνάδελφός σου και γω στην εκπαιδευτική διαδικασία μπορώ να σε διαβεβαιώσω ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη δικαίωση για ένα δάσκαλο από την άδολη και ανιδιοτελή αναγνώριση από τους μαθητές του. Και δεν χρειάζεται να σε διαβεβαιώσω ότι την είχες.

       Θα σε αδικούσα πολύ αν δεν αναφερόμουν στη καλλιτεχνική σου πλευρά. Δεν ήσουν μόνο επιστήμων αλλά και καλλιτέχνης άνθρωπος. Υπηρέτησες τη λογοτεχνία όχι μόνο ως φιλόλογος αλλά και ως ποιήτρια. Συνόδευες τις κορυφαίες οικογενειακές στιγμές με την ποίησή σου. Απήγγελες στίχους, έγραφες ακατάπαυστα. Το σπίτι μας είναι γεμάτο από τα χειρόγραφά σου, που αποτλεούν για μας ανεκτίμητη κληρονομιά. Δεν μπορώ να παραλείψω τις επιδόσεις σου στη μουσική που άλλωστε μας κληροδότησες. Τα αυτιά μου πλημμυρίζουν οι ήχοι της γλυκιάς σου φωνής  τις ευχάριστες οικογενειακές στιγμές. Δεν θα είσαι πια παρούσα στην οικογενειακή χορωδία. Ηταν αυτή η καλλιτεχνική σου διάσταση  που σε έκανε ακόμη πιο όμορφη.  Οι καλλιτεχνικές σου ανησυχίες δεν μπορούσαν μην εκδηλωθούν και στον χώρο της δουλειάς σου. Η οργάνωση σχολικών θεάτρων και σχολικών καλλιτεχνικών εκδηλώσεων πλουτίζει το ενεργητικό σου.  Μας δίδαξες την αγάπη για τον άνθρωπο. Χαιρόσουν με την πρόοδο και την χαρά των άλλων και ήταν λύπη σου η δικιά τους λύπη. Θυμάμαι την έκθεση που μου είχες βάλει να γράψη τόσες φορές "ως χαρίεν εστ΄α΄ναθρωπος όταν άνθρπωος ή" που τόσο με βοήθησε αργότερα να κατανοήσω το περιεχόμενο της συτναγματικά προστατευόμενης ανθρώπινης αξίας.  Παράλληλα ανέπτυξες έντονη κποινωνική δράση. Ήσουν μέλος σε διάφορα σωματεία. Έδωσες πολλές διαλέξεις με διάφορα θέματα. Ησουν πάντοτε παρούσα στην Ενωση Ενεργών Πολιτών. Ήσουν ενεργός πολίτης.   Η επιστήμη που υπηρέτησες, σου δυνάμωσε την αγάπη για τη πατρίδα και κάθε τι το ελληνικό. Δέθηκες με την ελληνική ιστορία και το ελληνικό πνεύμα.  Μελέτησες αγάπησες, θαύμασες και υπηρέτησες τα ελληνικά γράμματα. Ο ελληνισμός κυλούσε στο αίμα σου.  Σαν γνήσια ελληνίδα αντέτασσες στη δύναμη τη δικαιοσύνη και στην υλική αξία την πνευματική. 
   - Μας έμαθες σε πείσμα των ασυνείδητων καιροσκόπων που μας περιβάλλουν, ότι αξίζει να έχεις αξίες και να πεθαίνεις γι αυτές. ότι αξίζει να φυλάς θερμοπύλες.   
   - Από φύση δίκαιη δεν διανοήθηκες να αδικήσεις ποτέ κανένα. Ήσουν άκακη. 'Ησουν "καλή καγαθή". Δεν πείραξες ποτέ κανένα. Δεν υπάρχει κάποιος που να μπορεί να ισχυριστεί ότι τον έβλαψες. Δεν ήσουν άλλωστε ικανή να βλάψεις ούτε μερμήγκι. Δεν αδίκησες κανένα και μας έμαθες ότι είναι αρετή να μην αδικούμε σε ένα κόσμο που καθημερινά αδικεί. Μας έκανες να πιστέψουμε ότι το δίκαιο επικρατεί τελικά και σε πιστέψαμε. Ότι πρέπει να αγωνιζόμαστε γι αυτό και σε υπακούσαμε.  Ότι όσο πιο ωμή εμφανίζεται η αδικία τόσο πιο γρήγορα θα έλθει η δικαιοσύνη. Μας ισορρόπησες έτσι ακροβάτες στο σχοινί του ρεαλισμού και του ιδεαλισμού. Μας έκανες ικανούς να βλέπουμε το άδικο αλλά να το αρνούμαστε και να πολεμάμε για το δίκιο.
   - Η επιείκεια ήταν για σένα τρόπος ζωής. Και δεν θα μπορούσε άλλωστε να είναι διαφορετικά γιατί επιείκεια και δικαιοσύνη βαδίζουν παράλληλα. Η επιείκεια είναι μητέρα της Δικαιοσύνης, όπως γράφει ο Αριστοτέλης, ο φιλόσοφος που τόσο αγάπησες.

Γ΄

     Ο επίλογος της ζωής σου δεν θα έλεγα ότι ήταν ο καλλίτερος. Τον τελευταίο καιρό διάβηκες τον Γολγοθά σου. Η ζωή σου είχε γίνει εξαιρετικά δύσκολη. Χρειαζόταν απέραντη υπομονή για να αντιμετωπίσεις το αβάσταχτο μαρτύριο του πόνου. Ένα ήταν βέβαιο. Ότι δεν μπορούσες να συμβιβαστείς με την ασθένεια. Ήσουν πολύ αγέρωχη και περήφανη για να υποταχθείς σε μια αρρώστια που σε μείωνε σαν προσωπικότητα. Και δεν υποτάχθηκες. Ούτε σε αυτούς τους κανόνες των γιατρών. Δεν ήθελες τη συνεργασία δεν ήθελες τον συμβιβασμό. 'Ηθελες να τελειώνεις. Το να φύγεις ήταν για σένα η διέξοδος. Έζησα μαζί σου, όσο πιο κοντά μπορούσα, τους τελευταίους μήνες, τις  τελευταίες βδομάδες. Θα μου μείνουν αξέχαστες. Σε παρακολουθούσα να λυώνεις, να σβήνεις καθημερινά χωρίς να μπορώ να είμαι  αποτελεσματικός. Δεν θα ξεχάσω τη φωνή σου με την επιθανάτια αγωνία  
     -Αντρέα δεν μπορώ, αλλά κυρίως Μαρία Μαρία Μαρία μου
     Τώρα που δεν θα είσαι πια μαζί μας - σε αυτή τη ζωή - θα καταλάβουμε ακόμη καλλίτερα τι είχαμε και τι χάσαμε. 'Ετσι άλλωσε συμβαίνει πάντα. Μόνο που νομίζω ότι στη δική σου περίπτωση η ένταση της αίσθησης αυτής θα είναι πολύ πιο μεγάλη.  
    - Σε ευχαριστούμε για ότι μας κληροδότησες. Και σου ζητώ ταπεινά και ειλικρινά συγνώμη για ότι σου έκανα που δεν θα έπρεπε να κάνω αλλά και για ότι δεν έκανα για σένα. Σε ευχαριστούμε όλοι εμείς, τα απιδιά τα εγγόνια σου οι μαθητές σου για ότι μας έδωσες και σου ζητάμε ταπεινά συγχώρεση. Σου υποσχόμαστε ότι δεν θα ξεχάσουμε ποτέ όσα μας έμαθες και θα φροντίσουμε να τα μεταδώσουμε στα παιδιά μας.
    - Φίλησε τον πατέρα μου όταν τον δείς και πές του ότι ποτέ δεν τον ξέχασα ούτε στιγμή αν και το ξέρει.
 - Θα σε ακούω για πάντα θα σε  βλέπω για πάντα. Αν και δεν σε χόρτασα. Δεν με άφησες να σε χορτάσω. Σε ήθελα περισσότερο κοντά μου και δεν ήσουνα.
     -  Εσύ με καλωσόρισες στη ζωή. Εγώ σε ξεπροβοδίζω στο θάνατο. Όσο δημιουργικός και χαρούμενος ο δικός σου ρόλος τόσο άχαρος ο δικός μου.

       Έχε γεια μάνα στο μεγάλο ταξίδι
    
           19  Μαϊου  2001



Πέμπτη 16 Απριλίου 2020

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ


ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ  ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΗ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
ΝΟΜΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ 
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

Κυρίες και Κύριοι,
Θέλω να ευχαριστήσω θερμά τους διοργανωτές, το ίδρυμα ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΗ, προσωπικά την κ.  Κατερίνα Πορφυρογένη και να καλωσορίσω εκ μέρους της Νομικής Σχολής Αθηνών τους συναδέλφους από το Εξωτερικό, οι οποίοι με  τις θαυμάσιες πράγματι εισηγήσεις τους, στην κυριολεξία του όρου μας έκαναν σοφότερους. Eίναι μεγάλο πράγμα να ακούς για δημοψήφισμα από Ελβετικά και ιταλικά χείλη, διότι είναι ένας θεσμός, ο οποίος πράγματι έχει ευδοκιμήσει στην Ελβετία αλλά και στην Ιταλία τα τελευταία χρόνια. Η παρουσία μου εδώ οφείλεται σε πολλούς λόγους. Πράγματι ένιωσα την υποχρέωση να συμμετάσχω σε αυτό το Συνέδριο που έχει τον τίτλο  «Σύγχρονη Δημοκρατία και Δημοψήφισμα». Δύο από τα βιβλία μου έχουν ακριβώς αυτούς τους τίτλους (Η Δομή και η Λειτουργία της σύγχρονης Δημοκρατίας 1974. Το Δημοψήφισμα 1997). Έχουμε επίσης ιδρύσει ήδη από το 1994 την «Ένωση Ενεργών Πολιτών», στην οποία δραστηριοποιούνται  πολλοί πανεπιστημιακοί, άνθρωποι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, νομικοί, Πρόεδροι Δικηγορικών Συλλόγων κλπ.  Έχουν διοργανωθεί  πάρα πολλές διαλέξεις ανά την Ελλάδα, ακριβώς με αυτό το αντικείμενο, δηλαδή το Δημοψήφισμα σε εθνικό αλλά και σε τοπικό επίπεδο. Μάλιστα είμαστε σε συζητήσεις με τον Δικηγορικό Σύλλογο Βόλου, για τη διοργάνωση μίας ομιλίας ανάλογου περιεχομένου και στην πόλη σας. Με την Ένωση Ενεργών πολιτών έχουμε διοργανώσει επτά τοπικά δημοψηφίσματα. Σε ένα μάλιστα από αυτά στη Νέα Φιλαδέλφεια, που έγινε σε συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση έλαβαν μέρος 12.000 πολίτες. Η απόφαση αφορούσε την επέμβαση που ήθελε ο Δήμαρχος της περιοχής να πραγματοποιήσει, στο γνωστό άλσος της Νέας Φιλαδέλφειας. 
Η σημερινή μου παρέμβαση θα επικεντρωθεί σε ένα - δύο σημεία. Πρώτον στο τι γίνεται στην Ελλάδα, τι ορίζει δηλαδή το Σύνταγμά μας και τι γίνεται στη πραγματικότητα. Δεύτερον στη μεγάλη σημασία του δημοψηφίσματος, το οποίο δεν είναι απλώς ένας «χρήσιμος θεσμός». Πολύ περισσότερο το δημοψήφισμα είναι η ίδια η Δημοκρατία. Δημοκρατικό, είναι το πολίτευμα, στο οποίο οι αποφάσεις λαμβάνονται από τον ίδιο τον Λαό. Αντίθετα αντιπροσωπευτικό σύστημα είναι κάθε σύστημα κατά το οποίο, οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται από τον ίδιο το Λαό αλλά από άλλους, τους αντιπροσώπους. Ήδη από αυτή την τοποθέτηση γίνεται αντιληπτό, ότι η διαφορά ανάμεσα στο δημοψήφισμα και την Δημοκρατία δεν είναι ποιοτική είναι καθαρά ποσοτική. Όσο περισσότερα δημοψηφίσματα τόση περισσότερη Δημοκρατία. Και οφείλω να τονίσω, ότι ο θεσμός είναι απόλυτα Ελληνικός, όπως κάθε τι που έχει σχέση με τη Δημοκρατία. Με την ουσιαστική έννοια του όρου, «δημοψήφισμα» σημαίνει ακριβώς  απόφαση του λαού, «Ψήφισμα του Δήμου». Είναι θεσμός, που έχει τις ρίζες του στην Αρχαία Ελλάδα -όχι μόνο στην Αρχαία Αθήνα αλλά και στη Σπάρτη- όπου οι αποφάσεις λαμβάνονταν από τον ίδιο το Λαό, από τους πολίτες και συγκεκριμένα από την «Εκκλησία του Δήμου»  στην Αθήνα και από την «Απέλλα» στην Σπάρτη. Με την πάροδο του χρόνου και την έξοδο από την αρχαιότητα φθάνουμε στους νεότερους χρόνους, όπου τη σκυτάλη αναλαμβάνει πλέον η Ελβετία από το Σύνταγμα του 1848 και μετά. Η Ελβετία πράγματι έχει διδάξει τον κόσμο Δημοκρατία στη σύγχρονη εποχή. Ότι ήταν η Ελλάδα στο παρελθόν, στο αρχαίο κόσμο, είναι χωρίς υπερβολή η Ελβετία σήμερα. Η Ευρώπη είναι ακόμη πίσω σε σύγκριση με τους σημερινούς Ελβετικούς θεσμούς και με το επίπεδο Δημοκρατίας που υπάρχει στην Ελβετία.
Στην Ελλάδα, το Σύνταγμά μας ρυθμίζει το δημοψήφισμα στο άρθρο 44. Όπως ορίζει το άρθρο αυτό μπορεί να προκηρυχθεί δημοψήφισμα δύο ειδών, είτε «εθνικό» -για εθνικούς λόγους δηλαδή- είτε «κοινωνικό δημοψήφισμα», για ψηφισμένο νομοσχέδιο, που ρυθμίζει σοβαρό κοινωνικό ζήτημα. Η βασική διαδικαστική διαφορά τους βρίσκεται στο ότι στην πρώτη περίπτωση μπορεί να τεθεί ένα θέμα σε δημοψήφισμα ανεξάρτητα από τη κοινοβουλευτική διαδικασία. Στη δεύτερη περίπτωση μόνον εφόσον έχει ήδη ψηφιστεί από τη Βουλή ένα νομοσχέδιο. Πρόκειται για ρύθμιση, όπως πιστεύω, όχι ιδιαίτερα επιτυχημένη.  Πριν από την συνταγματική αναθεώρηση του 1986 , μπορούσε μόνον ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να αποταθεί στο Λαό. Ίσως είναι η μόνη αρμοδιότητα, που δεν θα έπρεπε να αφαιρεθεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αλλά να προστεθεί και η σχετική αρμοδιότητα της Κυβέρνησης, έτσι ώστε να μπορούν όχι μόνον  ο Πρόεδρος αλλά και η Κυβέρνηση να απευθύνονται στο Λαό. Δύο λοιπόν τα προβλεπόμενα από το ελληνικό Σύνταγμα είδη  δημοψηφίσματος, το Εθνικό και το Κοινωνικό.
Στην Ελλάδα όμως δεν έχει γίνει -όπως γνωρίζετε- ποτέ δημοψήφισμα για άλλο θέμα εκτός από το πολιτειακό. Έχουν λάβει χώρα διαδικασίες, που ονομάστηκαν δημοψηφισματικές, σχετικές με την ανάδειξη στο βασιλικό αξίωμα, οι οποίες όμως δεν ήταν κατά κυριολεξία δημοψηφίσματα, διότι όπως πολύ σωστά παρατήρησαν και οι συνάδελφοι, η εκλογή δεν είναι δημοψήφισμα. Το δημοψήφισμα είναι ουσιαστική διαδικασία. Οι εκλογές είναι προσωπική διαδικασία. Το ένα έχει ουσιαστικό χαρακτήρα, το άλλο έχει χαρακτήρα προσωπικό. Ψηφίζω στο δημοψήφισμα σημαίνει, ότι εκφράζω τη γνώμη μου για ένα συγκεκριμένο θέμα.  Εκλέγω, σημαίνει, ότι επιλέγω ανάμεσα σε περισσότερα πρόσωπα.  Άρα η εκλογή δεν είναι δημοψήφισμα. Τέτοιας μορφής ήταν η πρώτη, ας την πούμε, δημοψηφισματική διαδικασία στην Ελλάδα του 1864, με την οποία αναδείχθηκε ο Βασιλιάς και μάλιστα εκείνος, που συγκέντρωσε τις λιγότερες ψήφους, διότι οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν επιθυμούσαν να βασιλεύσει στην Ελλάδα Βασιλιάς από συγκεκριμένους βασιλικούς οίκους. Αναφορικά τώρα προς το τελευταίο δημοψήφισμα του 1974, που το ζήσαμε οι περισσότεροι σε αυτή την αίθουσα. Στη διαδικασία αυτή ο Λαός είπε την τελευταία λέξη για τη μορφή του Πολιτεύματος, που ήθελε να έχει. Η Ελληνική Ιστορία επεφύλαξε πράγματι ένα ρόλο ιδιόμορφο στο δημοψήφισμα. Όλες οι σχετικές δημοψηφισματικές διαδικασίες που μεσολάβησαν είχαν σχέση με το Πολιτειακό. Δηλαδή, ναι ή όχι στο συγκεκριμένο Βασιλιά, ναι ή όχι στη Βασιλεία ως θεσμό. Έτσι λειτούργησε το δημοψήφισμα στη χώρα μας.
Αν τώρα εξετάσουμε την εξέλιξη του Δημοψηφίσματος στην Ευρώπη, θα παρατηρήσουμε, ότι έχει μία μεγάλη πράγματι πρόοδο και από άποψη ποιότητας αλλά και ποσότητας, κυρίως μετά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τι ακριβώς συμβαίνει; Η εμφάνιση του δημοψηφίσματος στα νεώτερα χρόνια - όπως έγινε ακριβώς στην Καλιφόρνια, ένα παράδειγμα, το οποίο είναι σπουδαίο αλλά όχι πολύ γνωστό - συνδέεται – και εξαιρώ την Ελβετία εδώ- με αυτό που ονομάζεται «κρίση του αντιπροσωπευτικού συστήματος».
Κυρίες και Κύριοι η Δημοκρατία επιστημονικά τριχοτομείται (άμεση, έμμεση, μικτή).  Βασικά διχοτομείται  σε άμεση και έμμεση αν και έχει μία μόνο (άμεση) μορφή.  Η Δημοκρατία μπορεί να είναι μόνον άμεση. Και όταν κάτι είναι μόνον άμεσο δεν διακρίνεται και σε έμμεσο. Άμεση είναι αυτή που ονομάζουμε Δημοκρατία των δημοψηφισμάτων, Δημοκρατία των πολιτών και έμμεση είναι η λεγόμενη αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, όπου κυριαρχεί το αντιπροσωπευτικό σύστημα. Η λέξη αντιπροσωπεύω είναι εύγλωττη λέξη. Αντιπροσωπεύω…..αντί του προσώπου, δηλαδή, ο αντιπρόσωπος  αντικαθιστά την θέληση του αντιπροσωπευομένου και τοποθετεί στη θέση της, τη δική του θέληση. Αναδύεται έτσι η  βασική διάκριση ανάμεσα στη Δημοκρατία από τη μία πλευρά και στο αντιπροσωπευτικό σύστημα από την άλλη. Το αντιπροσωπευτικό σύστημα, είναι  ευρύτερο σύστημα, που περιλαμβάνει κάθε μορφή λήψης αποφάσεων από άλλο όργανο εκτός του Λαού. Η πλέον παραδεκτή και διαδεδομένη μορφή αντιπροσωπευτικού συστήματος, είναι το σύστημα των εκλεγμένων αντιπροσώπων, στο οποίο και κατά κύριο λόγο αναφερόμαστε. Πρόκειται για  το αντιπροσωπευτικό σύστημα, το οποίο κατηγορήθηκε πολλές φορές ως «άδικο», ως ελάχιστα δημοκρατικό κλπ. Και πράγματι, αν ερευνήσουμε τη δικαιολογητική του βάση θα εντοπίσουμε ελλείμματα δημοκρατικής νομιμοποίησης. Κατά το αντιπροσωπευτικό σύστημα  ο Λαός δεν μπορεί να αποφασίζει. Ο Λαός δεν γνωρίζει τα θέματα, δεν έχει μόρφωση. Δεν έχει άλλωστε και τον χρόνο, διότι πρέπει να εργάζεται. Επομένως δεν μπορεί να αποφασίζει για τα κοινά. Άλλοι πρέπει να αποφασίζουν για τα κοινά, αυτοί οι οποίοι γνωρίζουν, οι «αντιπρόσωποι ποιότητας», δηλαδή αυτοί, που μπορούν και πρέπει να λαμβάνουν τις αποφάσεις αντί του Λαού. Αυτή είναι η δικαιολογητική βάση του αντιπροσωπευτικού συστήματος, η οποία  διακρίνει ανάμεσα στην «πηγή» και στην «άσκηση» της εξουσίας. Ο Λαός είναι μεν η «πηγή», αλλά δεν μπορεί να πιει ο ίδιος από την πηγή αυτή. Διότι η όλη άσκηση ανήκει στους αντιπροσώπους (όχι εκπροσώπους) του λαού. 
Αυτό λοιπόν το αντιπροσωπευτικό σύστημα, διέρχεται κρίση. Για αυτή τη κρίση έχουν μιλήσει επιφανείς συνταγματολόγοι και στη Γαλλία και στη Γερμανία και στην Ελβετία και αλλού, από τις αρχές του περασμένου αιώνα και έχει βασικά δύο πλευρές.  Η κρίση του αντιπροσωπευτικού συστήματος  αφορά αφενός το συνταγματικό δόγμα. Η σύγχρονη Δημοκρατία δεν λειτουργεί σήμερα σύμφωνα με τις αρχές, που προβλέπονται στα Συντάγματα. Παράλληλα υπάρχει και η πιο «πεζή» κρίση, η κρίση του πολιτικού προσωπικού. Εδώ ανήκουν πχ τα διάφορα σκάνδαλα, η κακή διαχείριση, η αδιαφάνεια κ.α. που τα ζούμε όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και αλλού. Αυτήν λοιπόν η συνολική κρίση του αντιπροσωπευτικού συστήματος οδηγεί νομοτελειακά σε μία νέα μορφή διακυβέρνησης.  Οδηγεί δηλαδή, σε μία νέου τύπου Δημοκρατία, σε μία διέξοδο προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση προς το ίδιο το εκλογικό σώμα. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι από το 1960 και μετά τα δημοψηφίσματα πολλαπλασιάζονται σημαντικά στον ευρωπαϊκό χώρο.
Κυρίες και Κύριοι προσωπικά πιστεύω, ότι η Ιστορία δεν κινείται τυχαία. Τίποτα άλλωστε δεν κινείται τυχαία. Υπάρχουν νόμοι στην ιστορία όπως υπάρχουν και στη φύση. Βέβαια οι νόμοι της ιστορίας δεν είναι τόσο συγκεκριμένοι και απόλυτοι. Εντούτοις με τη λογική  μπορούμε να διακρίνουμε αμυδρά τις κατευθύνσεις προς τις οποίες κινείται η εξέλιξη. Και ειλικρινά πιστεύω ότι μέσα από τις διαδικασίες οι οποίες επιτελούνται, αναδεικνύεται ένα  μήνυμα πράγματι αισιόδοξο για τους Λαούς. Διότι οι όλες διεργασίες οι οποίες συντελούνται, οδηγούν πράγματι προς την ανατολή μιας Δημοκρατίας των πολιτών, μιας νέου τύπου σύγχρονης Δημοκρατίας. Πολλές φορές διατυπώνονται επιφυλάξεις  απέναντι στο δημοψήφισμα. Συχνά παρατίθενται τα υπέρ και τα κατά. Σε καμία πάντως περίπτωση δεν θα απαντήσω στο «οικονομικό επιχείρημα", διότι δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιος, ο οποίος «ένεκα του κόστους» θα προτιμούσε τη δικτατορία από τη Δημοκρατία. Θα απαντήσω σε κάτι όμως που πολλές φορές αγγίζει ευαίσθητες χορδές. Τελικά έχει πράγματι την ικανότητα ο Λαός να αποφασίζει; Μπορεί ο Λαός να λαμβάνει αποφάσεις για σοβαρά θέματα;
Θα απαντήσω με μια ιστορία: Κάποτε ο Όθωνας ο πρώτος Βασιλιάς της Ελλάδας συνάντησε, κάπου έξω από την Αθήνα, ένα βοσκό. Ήταν την δεκαετία του 1830, κατά την οποία οι Έλληνες απαιτούσαν την σύνταξη Συντάγματος. Δεν επιθυμούσαν απόλυτη Μοναρχία αλλά ήθελαν Σύνταγμα και μάλιστα είχαν βγει στους δρόμους για αυτό. Και ο βοσκός -όπως και οι άλλοι Έλληνες- ήθελε Σύνταγμα. Ρώτησε λοιπόν ο Βασιλιάς τον ταλαιπωρημένο Βοσκό για το θέμα εποχής.
-      Καλά θες και εσύ Σύνταγμα, ξέρεις τι είναι Σύνταγμα;
-      Πως δεν ξέρω Μεγαλειότατε του απαντά. « Είναι ένα χαρτί που χαρτί που γράφει τι δικαιώματα έχεις εσύ και τι δικαιώματα έχουμε εμείς».
 Και πρέπει να σας πω ότι είναι ένας πολύ απλοϊκός αλλά συνάμα παραστατικός ορισμός του Συντάγματος της εποχής εκείνης (Σύνταγμα – συνάλλαγμα). Όταν μιλάμε και αναφερόμαστε στην κρίση και στη γνώση του Λαού και ενός εκάστου εξ ημών, εννοούμε ασφαλώς την πολιτική κρίση και γνώση όχι την τεχνοκρατική.  Δεν υπάρχει  Δημοκρατία τεχνοκρατών. Υπάρχει μόνο Δημοκρατία Λαού. Αν αποφασίζαμε τεχνοκρατικά, τότε και στη Βουλή θα έπρεπε για νομικά θέματα να ψηφίζουν μόνο οι νομικοί Βουλευτές , για τα ιατρικά μόνο οι Βουλευτές - ιατροί, για τα αμυντικά μόνο οι Βουλευτές - αξιωματικοί κ.ο.κ. Η κρίση για πολιτικές αποφάσεις είναι καθαρά πολιτική και όταν απευθυνόμαστε και στο Λαό. Οφείλω επίσης να σημειώσω, ότι ιστορικά οι αποφάσεις της Εκκλησίας του Δήμου αποδείχθηκαν ορθές! Άλλωστε ποιος νομιμοποιείται και ποιος διαθέτει κριτήρια για να κρίνει την πλειοψηφία, τον ίδιο τον Λαό;  Στην αντίθετη περίπτωση εισερχόμαστε σε άλλα πολύ επικίνδυνα μονοπάτια. Ο Αριστοτέλης συντηρητικός από τη φύση του τάχθηκε υπέρ της Δημοκρατίας για καθαρά πρακτικούς λόγους. Διότι, όπως είπε, τους πολλούς δεν μπορείς να τους εξαγοράσεις με ρουσφέτια και χάρες όπως συμβαίνει στην περίπτωση των ολίγων. Δεν νομίζω πάντως πως σε ένα κοινό όπως αυτό εδώ σήμερα, θα επιχειρηματολογήσω υπέρ της Δημοκρατίας ή υπέρ του Δημοψηφίσματος. Είναι ζητήματα αυτά τα οποία έχουν ειπωθεί επανειλημμένα. Και κλείνω αυτή τη σύντομη παρέμβασή μου, με πολλές ευχαριστίες και με το παράπονο, ότι ενώ σε όλες σχεδόν τις Ευρωπαϊκές χώρες, έχουν γίνει δημοψηφίσματα για πάρα πολύ σοβαρά θέματα, στη χώρα μας, στη γενέτειρα της Δημοκρατίας δεν συνέβη το ίδιο. Και για να απαντήσουμε στο ερώτημα του 1981 (ότι δηλαδή, αν είχε γίνει τότε δημοψήφισμα στην Ελλάδα δεν θα είχε εισέλθει η χώρα στην ΕΟΚ), δημοψήφισμα δεν μπορεί ασφαλώς να πραγματοποιείται μόνον όταν έχει εξασφαλισθεί το αποτέλεσμα, γιατί με αυτή τη λογική πρέπει και εκλογές να πραγματοποιούνται όταν είναι εξασφαλισμένη η επανεκλογή. Σε κάθε όμως περίπτωση – και πέραν του ότι το προεξοφλούμενο αρνητικό αποτέλεσμα δεν είναι οπωσδήποτε βέβαιο- υπάρχει και άλλη απάντηση. Αν η Ελλάδα πράγματι δεν έμπαινε στην ΕΟΚ το 1981 και η είσοδος αυτή ακολουθούσε λίγο μετά, ποιος αποκλείει ότι η όλη εξέλιξη δεν θα ήταν καλλίτερη; Σε τελική ανάλυση  δεν υπάρχει βέβαιο επιχείρημα,  τουλάχιστον εγώ δεν βρίσκω, κατά της Δημοκρατίας και κατά των δημοκρατικών θεσμών, όπως είναι το δημοψήφισμα.
Οι θεσμοί άμεσης Δημοκρατίας είναι βασικά τρεις. Ο θεσμός των θεσμών, δηλαδή το δημοψήφισμα, η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία και η ανάκληση , ένας προχωρημένος – ελληνικής και αυτός καταγωγής - θεσμός ο οποίος υπάρχει στην Καλιφόρνια και σε άλλες Πολιτείες  των ΗΠΑ. Ο συνδυασμός αυτός των τριών βασικών θεσμών παρέχει πολλές μερικότερες μορφές θεσμών άμεσης Δημοκρατίας.

Ολοκληρώνοντας, ειλικρινά θέλω να συγχαρώ τους διοργανωτές για τη σημερινή εκδήλωση – διοργάνωση, να συγχαρώ τους εισηγητές για τις θαυμάσιες εισηγήσεις τους τις οποίες ακούσαμε όλοι μας με αμέριστο ενδιαφέρον, και να υποσχεθώ και εγώ από την πλευρά μου ότι πολύ σύντομα θα σας καλέσουμε σε εκδήλωση της Νομικής σχολή Αθηνών, η οποία και πάλι θα έχει ως θέμα της το δημοψήφισμα και την άμεση Δημοκρατία.


                                                                    ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ