Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2022

Αρμονία και Δυσαρμονία Δικαιωμάτων και Θεσμών

 

 

του Ανδρεα Δημητρόπουλου

Ομότιμου Καθηγητή
Νομικής Σχολής
Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Ι. Φύση  - Κοινωνία και Δίκαιο

1. Οι σχέσεις Φύσης και Κοινωνίας έχουν απασχολήσει  και συνεχίζουν να απασχολούν και να επηρεάζουν την σκέψη, την φιλοσοφία και τις μερικότερες επιστήμες. Στην μετά τους μεγάλους Ίωνες φιλοσόφους αρχαία ελληνική φιλοσοφία η τάση ενιαίας θεώρησης  φύσης και κοινωνίας είναι έντονη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Επίκουρος, ο οποίος ξεκινά την φιλοσοφία του από την φυσική για να καταλήξει στην ηθική και εκτός των άλλων θεμελιώνει στην παρέγκλιση του φυσικού κόσμου την ελευθερία βούλησης ανθρώπου. Στην περιοχή του Δικαίου είναι η φύση του πράγματος εκείνη η οποία προωθεί και εκφράζει ακριβώς την διασύνδεση φύσης και κοινωνίας. Φύση ενός πράγματος κατά τον Αριστοτέλη είναι η μορφή που αυτό έχει κατά τη στιγμή της τελείωσης, της ολοκλήρωσής του, η μορφή δηλαδή που το κάθε πράγμα προσλαμβάνει όταν ολοκληρωθεί η εξελικτική του πορεία.  Ό,τι υπάρχει στη φύση δεν μπορουν να το αγνοήσουν οι νόμοι των ανθρώπων. “Ελευθέρους αφήκε πάντας θεός ουδένα δούλον η φύσις πεποίηκεν”, μας υπενθυμίζει στον Μεσσηνιακό ο ρήτορας Αλκιδάμας, για να υποστηριξει και να θεμελιώσει, ότι δεν δικαιούνται οι Λακεδαιμονιοι να εξανδραποδίσουν τους ηττηθέντες Μεσσηνίους. Η μελέτη των σχέσεων Φύσης και Δικαίου έχει πολλά να προσφέρει στη νομική επιστήμη. 

Η αρμονία των αντιθέτων

2.  Πάνω στις βάσεις αυτές ιδιαίτερο ενδιαφέρον εμφανίζει η αρμονία των αντιθέτων του φυσικού κόσμου  στο πεδίο της άσκησης των συνταγματικών δικαιωμάτων. Κατά τον Ηράκλει­το, η φύση αγαπά τις αντιθέσεις και γνωρίζει να προχωρεί στη σύνθεσή τους για να παράγει την αρμονία. Στο σύγγραμμα “Περί κόσμου” υπάρχει το εξής χωρίο: “Αγαπάει και η φύση τα αντίθετα, και µ’ αυτά, όχι µε τα όμοια, δη­μιουργεί τη συμφωνία∙ έτσι γίνεται και ενώνει, λόγου χάρη, το αρσε­νικό µε το θηλυκό, όχι όμως και το κάθε ον µε το όμοιό του, και πραγ­ματώνει την πρώτη ομόνοια µε την ένωση των αντιθέτων κι όχι των ομοίων”.

Καίτοι γέ τις ἐθαύμασε πῶς ποτε, ἐκ τῶν ἐναντίων ἀρχῶν συνεστηκὼς ὁ κόσμος, λέγω δὲ ξηρῶν τε καὶ ὑγρῶν, ψυχρῶν τε καὶ θερμῶν, οὐ πάλαι διέφθαρται καὶ ἀπόλωλεν, ὡς κἂν εἰ πόλιν τινὲς θαυμάζοιεν, ὅπως διαμένει συνεστηκυῖα ἐκ τῶν ἐναντιωτάτων ἐθνῶν, πενήτων λέγω καὶ ¦ πλουσίων, νέων γερόντων, ἀσθενῶν ἰσχυρῶν, πονηρῶν χρηστῶν. Ἀγνοοῦσι δὲ ὅτι τοῦτ' ἦν πολιτικῆς ὁμονοίας τὸ θαυμασιώτατον, λέγω δὲ τὸ ἐκ πολλῶν μίαν καὶ ὁμοίαν ἐξ ἀνομοίων ἀποτελεῖν διάθεσιν ὑποδεχομένην πᾶσαν καὶ φύσιν καὶ τύχην. Ἴσως δὲ τῶν ἐναντίων ἡ φύσις γλίχεται καὶ ἐκ τούτων ἀποτελεῖ τὸ σύμφωνον, οὐκ ἐκ τῶν ὁμοίων, ὥσπερ ἀμέλει τὸ ἄρρεν συνήγαγε πρὸς τὸ θῆλυ καὶ οὐχ ἑκάτερον πρὸς τὸ ὁμόφυλον, καὶ τὴν πρώτην ὁμόνοιαν διὰ τῶν ἐναντίων σηνῆψεν, οὐ διὰ τῶν ὁμοίων. Ἔοικε δὲ καὶ ἡ τέχνη τὴν φύσιν μιμουμένη τοῦτο ποιεῖν. Ζωγραφία μὲν γὰρ λευκῶν τε καὶ μελάνων, ὠχρῶν τε καὶ ἐρυθρῶν, χρωμάτων ἐγκερασαμένη φύσεις τὰς εἰκόνας τοῖς προηγουμένοις ἀπετέλεσε συμφώνους, μουσικὴ δὲ ὀξεῖς ἅμα καὶ βαρεῖς, μακρούς τε καὶ βραχεῖς, φθόγγους μίξασα ἐν διαφόροις φωναῖς μίαν ἀπετέλεσεν ἁρμονίαν, γραμματικὴ δὲ ἐκ φωνηέντων καὶ ἀφώνων γραμμάτων κρᾶσιν ποιησαμένη τὴν ὅλην τέχνην ἀπ' αὐτῶν συνεστήσατο. Ταὐτὸ δὲ τοῦτο ἦν καὶ τὸ παρὰ τῷ σκοτεινῷ λεγόμενον Ἡρακλείτῳ· «Συλλάψιες ὅλα καὶ οὐχ ὅλα, συμφερόμενον διαφερόμενον, συνᾷδον διᾷδον· ἐκ πάντων ἓν καὶ ἐξ ἑνὸς πάντα.»

Τα (φαινομενικά) αντίθετα  συνδέονται με συνεκτική σχέση αρμονίας. Αυτή η συνεκτικότητα, η σχέση των αντιθέτων δεν είναι στατική , αλλά παράγει διαρκώς νέες ισορροπίες. «Τα πάντα ρει», τα πάντα στον κόσμο είναι σε συνεχή κίνηση έτσι «δεν μπορείς ποτέ να μπεις δυο φορές στον ίδιο ποταμό» επειδή κάθε στιγμή  ο ποταμός αλλάζει και ποτέ δεν είναι ο ίδιος. Στους κανόνες του φυσικού χώρου ανήκει και ο γνωστός κανόνας «τα ετερώνυμα έλκονται και τα ομώνυμα απωθούνται» (μαγνητικό πεδίο κλπ). Πρόκειται για κανόνα του οποίου η εφαρμογή επανειλημμένα έχει επιχειρηθεί στις διαπροσωπικές σχέσεις. Ο φυσικός αυτός κανόνας βρίσκει καρποφόρα πράγματι  εφαρμογή και αποτελεί πολύτιμο οδηγό. στο πεδίο της άσκησης των συνταγματικών δικαιωμάτων στους διάφορους θεσμούς και διαπροσωπικές σχέσεις. 

Η εφαρμογή του παραπάνω κανόνα στο πεδίο άσκησης των συνταγματικών δικαιωμάτων προϋποθέτει τον καθορισμό των στοιχείων, τα οποία είναι ομώνυμα η ετερώνυμα και τα οποία κατά ακολουθίαν απωθούνται ή έλκονται. Κατά την αντικειμενική θεώρηση ομώνυμα (όμοια, ανομοιογενή ) η ετερώνυμα (ανόμοια ανομοιογενή) μπορεί να είναι ζεύγη δικαιωμάτων και θεσμών). Κάθε ζεύγος αποτελείται από δύο πόλους, δύο στοιχεία, ένα δικαίωμα και ένα θεσμό. Τα στοιχεία αυτά είτε συνδέονται μεταξύ τους με δεσμό αιτιώδους συνάφειας, είτε δεν συνδέονται, είναι ασύνδετα δηλαδή ανόμοια, ανομοιογενή, ετερώνυμα. Κάθε ένα ζεύγος δικαιώματος και θεσμού αποτελείται από δύο πόλους ένα δικαίωμα και ένα θεσμό, μπορεί να είναι είτε ομώνυμου είτε ετερώνυμα. Ο συνδετικός κρίκος, ο δεσμός είναι η μεταξύ τους αιτιώδης συνάφεια η οποία αποτελεί φυσικό επόμενο και νομικό δεσμό. Μετά τον καθορισμό της έννοιας του ομώνυμου και ετερώνυμου σειρά έχει ο καθορισμός της αρμονίας, της έλξης και υξε δυσαρμονίας, της απώθησης στο πεδίο πάντοτε της εφαρμογής των συνταγματικών δικαιωμάτων, τι δηλαδή μπορεί να σημαίνει στο πεδίο αυτό ο κανόνας τα ομώνυμα έλκονται και τα ετερώνυμα απωθούνται. 

Η φυσική σχέση δικαιωμάτων και θεσμών

Η πραγματικότητα, που περιβάλλει τον άνθρωπο, επομένως και η νομική πραγματικότητα δεν είναι τυχαίο αλλά αντίθετα οργανωμένο σύνολο,  του οποίου τα μέρη συνδέονται με δεσμούς αιτιώδους συνάφειας.  η πραγματικότητα αυτή δεν αποτελεί Απλώς μία ύλη ανεξάρτητη προς τη νομική ρύθμιση ούτε είναι απλώς αντικείμενο του κανόνα δικαίου. Πολύ περισσότερο περιέχει μέσα της δίκαιο.  Η φύση των πραγμάτων δεν είναι απλώς μία ερμηνευτική μέθοδος,  αλλά και πηγή δικαίου. η μελέτη της φύσεως των πραγμάτων αποτελεί Μελέτη της ουσιαστικής δικαιοσύνης και οδηγεί στη σύζευξη του δέοντος και του είναι. η φύση του πράγματος ως ισχύον δίκαιο περιέχεται στους γραπτούς κανόνες δικαίου.  το σύνταγμα κατοχυρώνει και προστατεύει ταυτόχρονα και θεμελιώδη και ο θεμελιώδης δικαιώματα αλλά και διαπροσωπικές σχέσεις καθώς και σύνολα διαπροσωπικών σχέσεων δηλαδή θεσμούς.  ιδιαίτερα Όσον αφορά τους συνταγματικούς κανόνες,  Σε πολλές περιπτώσεις η χρησιμοποιούμενη από τον συντακτικό νομοθέτη όροι,  δεν χρησιμοποιούνται με τη στενή νομικιστικη τους εννοια,  αλλά με ευρύτερο περιεχόμενο,  στο οποίο υπάγεται η πραγματικότητα που αποδίδεται με τους όρους αυτούς,  το σύνταγμα συνδέει με αυτό τον τρόπο την πραγματικότητα Με το δίκαιο,  το δέον και το είναι σε ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο. 

Θεμελιώδη δικαιώματα και θεσμοί,  συνδέονται με φυσική σχέση, που είναι ταυτόχρονα και νομική σχέση.  Η φυσική σχέση δικαιώματος και θεσμού βρίσκεται στην ύπαρξή η έλλειψη δεσμού αιτιώδους συνάφειας. Το ζήτημα της εφαρμογής των θεμελιωδών δικαιωμάτων μέσα στο πλαίσιο μερικό των Θεσμών και εννόμων σχέσεων είναι ζήτημα δει ακριβώς έως τις μεταξύ τους φυσικής σχέσεις ακόμα δηλαδή σύνθημα διακρίβωσης της μεταξύ τους αιτιώδους συνάφειας.  

 Τα διάφορα ζεύγη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων είναι ομοιογενή και ανομοιογενή ανάλογα με το αν συνδέονται ή όχι με δεσμό αιτιώδους συνάφειας. Παράλληλα  από την πρώτη ήδη επαφή με την ανεξάντλητη ποικιλία των περιπτώσεων διαπροσωπικής εφαρμογής των θεμελιωδών δικαιωμάτων διακρίνονται δύο βασικές κατηγορίες, οι “εύκολες” ή ανομοιογενείς και οι “δύσκολες” ή ομοιογενείς. Οι εύκολες είναι οι ανομοιογενείς, δηλαδή εκείνες που αντιστοιχούν στα ανομοιογενή ζεύγη δικαιωμάτων και θεσμών, ενώ οι δυσχερείς εκείνες που αντιστοιχούν στα ομοιογενή ζεύγη δικαιωμάτων και θεσμών. 


Τα νομικά μορφώματα οι θεσμοί, οι διαπροσωπικές σχέσεις, τα δικαιώματα. οι υποχρεώσεις κλπ  μπορούν να καταταχθούν σε διάφορες β ι ο τ ι κ έ ς   π ε ρ ι ο χ έ ς σε μερικότερους δηλαδή χώρους που αναπτύσσονται μέσα στην κοινωνική την πολιτική και την οικονομική ζωή. Οι βιοτικές περιοχές είναι μερικότερα επίπεδα ζωής με ενότητα ουσιαστικού περιεχομένου. Με αυτή την έννοια μπορεί να γίνεται και γίνεται λόγος, όχι μόνο για κοινωνική, πολιτική και οικονομική ζωή αλλά και για οικογενειακή, επαγγελματική συνδικαλιστική, εμπορική, καταναλωτική, για εργασιακό χώρο, κληρονομικό χώρο κλπ.  Κάθε βιοτική περιοχή αποτελείται από ένα οργανωμένο σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, σχέσεων και θεσμών. Τα νομικά μορφώματα που ανήκουν στην ίδια βιοτική περιοχή, είναι σύμφυτα μεταξύ τους νομικά μορφώματα. Τα οικογενειακά δικαιώματα είναι σύμφυτα προς τις οικογενειακές σχέσεις και θεσμούς, τα πολιτικά προς τις πολιτικές, τα εργασιακά από τις εργασιακές κλπ.  Τα σύμφυτα νομικά μορφώματα ως μέρη ενός ευρύτερου συνόλου προστατεύουν τα ίδια η παραπλήσια αγαθά, αναφέρονται στην ίδια η παραπλήσια μορφή δραστηριότητας του ανθρώπου. Τα σύμφυτα νομικά μορφώματα συνδέονται μεταξύ τους με φυσική σχέση, που είναι ταυτόχρονα και νομική σχέση, δηλαδή με δεσμό αιτιώδους συνάφειας.  Με δεσμό αιτιώδους συνάφειας είναι δυνατόν να συνδέονται και μη σύμφυτα  νομικά μορφώματα, δηλαδή νομικά μορφώματα που δεν ανήκουν στην ίδια περιοχή. Τα συνδεόμενα μεταξύ τους με δεσμό αιτιώδους συνάφειας νομικά μορφώματα  συμφυτα και μη είναι ανομοιογενή ενώ στην αντίθετη περίπτωση ανομοιογενή.


ΙΙ. Η αρμονία των ανομοίων ή τα ετερώνυμα έλκονται

(α) Αρμονία (δικαιώματος και θεσμού) είναι η απρόσκοπτη εφαρμογή όλου του αμυντικού περιεχομένου συνταγματικού δικαιώματος στο πλαίσιο συγκεκριμένου θεσμού. Η αρμονία συνεπάγεται την ευκολία εφαρμογής.  Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι μάλλον «εύκολες» περιπτώσεις 

(β) Αιτία της αρμονίας και κατά συνέπεια της εφαρμοστικής ευκολίας είναι η ανομοιογένεια μεταξύ δικαιώματος και θεσμού. Η εγγύτερη εξέταση των περιπτώσεων αυτών καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι πρόκειται για ανομοιογενείς περιπτώσεις για ανομοιογενή, ανόμοια ή ετερώνυμα  ζεύγη θεμελιωδών δικαιωμάτων και διαπροσωπικών σχέσεων, δηλαδή για ζεύγη που δεν σχετίζονται μεταξύ τους δεν συνδέονται με δεσμό αιτιώδους συνάφειας. Η αρμονία είναι αποτέλεσμα της φύσης του πράγματος, της φυσικής αρμονίας  που υπάρχει μεταξύ των ετερωνύμων στοιχείων, του δικαιώματος και του θεσμού.  Η ανομοιογένεια δεν δημιουργεί προβλήματα στην διαπροσωπική εφαρμογή. Η αρμονία  είναι αποτέλεσμα της φυσικής έλξης των αντιθέτων, των ετερωνύμων, καθόσον κατά φύσιν τα ετερώνυμα έλκονται. Και στο παρόν πρόκειται για μία εφαρμογή του κανόνα τα ετερώνυμα έλκονται.  Η ευκολία που διακρίνει τις περιπτώσεις αυτές συνίσταται στο ότι είναι δυνατή η εφαρμογή  όλου του περιεχομένου του αμυντικού δικαιώματος χωρίς δυσκολίες, χωρίς δηλαδή να προκαλείται οποιοδήποτε πρόβλημα στον θεσμό μέσα στον οποίο εφαρμόζεται. 

(γ) Η “ευκολία” αυτή αναφέρεται και στα δύο στοιχεία του ανομοιογενούς ζεύγους της συγκεκριμένης περίπτωσης δηλαδή και το δικαίωμα και τον θεσμό. Και ακριβώς επειδή δεν δημιουργείται μεταξύ τους κανένα απολύτως πρόβλημα.δεν εμφανίζονται ζητήματα τριβών μεταξύ δικαιώματος και θεσμού, Δεν θίγεται ούτε ο θεσμός ούτε το δικαίωμα για αυτό δεν επιτρέπεται ο περιορισμός του δικαιώματος 

 (γ1) Ως προς το δικαίωμα σημαίνει ότι είναι αμέσως και χωρίς δυσκολία δυνατή η εφαρμογή του δικαιώματος σε όλη την έκταση του αμυντικού περιεχομένου του μέσα στο πλαίσιο του συγκεκριμένου θεσμού ,της συγκεκριμένης σχέσης.  Στις ανομοιογενείς αντιθέσεις δεν υπάρχει πραγματικός και επομένως νόμιμος λόγος περιορισμού του δικαιώματος. Η σχέση ανάμεσα στην ανομοιογένεια και στην αναγκαιότητα περιορισμού του δικαιώματος είναι σχέση αντίστροφα ανάλογη όσο μεγαλύτερη είναι η ανομοιογένεια τόσο περισσότερο ελαττώνονται η αναγκαιότητα περιορισμού του δικαιώματος.

(γ2) Ως προς τον θεσμό σημαίνει  ότι η εφαρμογή του δικαιώματος σε όλη την έκταση του περιεχομένου του  δεν επηρεάζει την λειτουργία του θεσμού. Στα ανομοιογενή ζεύγη θεμελιωδών δικαιωμάτων και διαπροσωπικών σχέσεων είναι δυνατή η εφαρμογή του γενικού αμυντικού περιεχομένου των θεμελιωδών δικαιωμάτων χωρίς να επηρεάζεται το περιεχόμενο της σχέσης. 

Παραδείγματα

- είναι δυνατή η εφαρμογή του γενικού αμυντικού περιεχομένου της επαγγελματικής ελευθερίας χωρίς να επηρεάζεται ή να ανατρέπεται το περιεχόμενο της κληρονομικής σχέσης. Ο κληρονόμος μπορεί να επιλέξει ελεύθερα το επάγγελμα του χωρίς η επιλογή του αυτή να επηρεάζει το περιεχόμενό της κληρονομικής σχέσης.  Η επαγγελματική ελευθερία του κληρονόμου τον προστατεύει από την εξουσία διαθέσεως και απαγορεύει στον  διαθέτη  να του επιβάλλει συγκεκριμένο επάγγελμα. 

- είναι δυνατή η εφαρμογή του γενικού αμυντικού περιεχομένου της συνδικαλιστικής ελευθερίας χωρίς να επηρεάζεται το περιεχόμενο της εργασιακής σχέσης κλπ 

 (Βλ. περισσότερα παραδείγματα Εφαρμογές Δημοσίου Δικαίου ΙΙ β έκδ 2012)

ΙΙΙ. Η δυσαρμονία των ομοίων ή τα ομώνυμα απωθούνται

(α) Δυσαρμονία (δικαιώματος και θεσμού) είναι η αδυναμία εφαρμογής όλου του αμυντικού περιεχομένου συνταγματικού δικαιώματος στο πλαίσιο συγκεκριμένου θεσμού. Με άλλα λόγια αν το συγκεκριμένο δικαίωμα εφαρμοζόταν ως προς όλο του το περιεχόμενο, θα οδηγούσε στην ανατροπή του θεσμού.  Όπως σημειώθηκε στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι “δύσκολες” περιπτώσεις. Η δυσκολία που εμφανίζεται κατά την εφαρμογή είναι αποτέλεσμα της δυσαρμονίας. Η αδυναμία εφαρμογής του συνολικού αμυντικου περιεχομένου δημιουργεί την μεγάλη δυσκολία των περιπτώσεων της δεύτερης αυτής κατηγορίας. Η δυσκολία των περιπτώσεων αυτών σημαίνει  αδυναμία εφαρμογής του συνολικου δηλαδή του γενικού αμυντικού περιεχομένου του δικαιώματος, καθόσον θα οδηγούσε στην ανατροπή του θεσμού.  

(β) Αιτία της δυσαρμονίας και επομένως και της δυσχέρειας εφαρμογής είναι η ομοιογένεια του συγκεκριμένου ζεύγους δικαιώματος και θεσμού. Η δυσκολία εφαρμογής του δικαιώματος εμφανίζεται στις περιπτώσεις των ομοίων, ομοιογενών ή ομωνύμων ζευγών δικαιωμάτων και θεσμών. Πρόκειται δηλαδή για ζεύγη που σχετίζονται, είναι συναφή, συνδέονται με δεσμούς αιτιώδους συνάφειας. Η ανομοιογένεια της προηγούμενης κατηγορίας αντικαθίσταται εδώ από την ομοιογένεια. Η ομοιογένεια δημιουργεί μεγάλα προβλήματα στην διαπροσωπική εφαρμογή. Στις ομοιογενείς περιπτώσεις η διαπροσωπική εφαρμογή εμφανίζεται προβληματική. Πρόκειται για αποτέλεσμα της φύσης του πράγματος, της φυσικής δυσαρμονίας που υπάρχει μεταξύ των ομωνύμων δικαιωμάτων και θεσμών, που συνδέονται με αιτιώδη συνάφεια. Η δυσαρμονία είναι αποτέλεσμα της φυσικής απώθησης των ομοίων, των ομωνύμων, καθόσον κατά φύσιν  τα ομώνυμα απωθούνται. Πρόκειται και εδώ για μία εφαρμογή του ιδίου κανόνα. 

(γ) Σύμφωνα με τα παραπάνω το ζήτημα που ανακύπτει στις δυσχερείς περιπτώσεις  συνίσταται στο ότι δεν είναι δυνατή  η εφαρμογή του δικαιώματος σε όλο του το περιεχόμενο, καθόσον η εφαρμογή του γενικού αμυντικού περιεχόμενο του δικαιώματος μέσα στο συγκεκριμένο  θεσμό, θα οδηγούσε στην διάλυση του θεσμού ή και των διαπροσωπικων σχεσεων που τον αποτελούν. Η “δυσχέρεια” αναφέρεται και στα δύο στοιχεία του ομοιογενούς ζεύγους δικαιώματος και θεσμού. μεταξύ των οποίων και ακριβώς λόγω της δυσαρμονίας εμφανίζονται τριβές  και συγκρούσεις. Θίγεται όχι μονον ο θεσμός αλλά και το δικαίωμα καθόσον επιβάλλεται ο περιορισμός του. 

 (γ1) Ως προς τον θεσμό σημαίνει ότι η εφαρμογή του δικαιώματος σε όλο το μήκος και πλάτος του περιεχομενου του θα επηρέαζε την λειτουργία του θα οδηγουσε στην ανατροπή του θεσμού. Στα ομοιογενή ζεύγη δικαιωμάτων και θεσμών δεν είναι δυνατή η εφαρμογή του γενικού αμυντικού περιεχομένου των συνταγματικών δικαιωμάτων χωρίς να επηρεάζεται ή και να εκτρέπεται η λειτουργία του θεσμού.

(γ2) Ακριβώς λόγω της αδυναμίας ολικής εφαρμογής του γενικού αμυντικού περιεχομένου  και προκειμένου να προστατευτεί ο θεσμός, επιβάλλεται ο περιορισμός του δικαιώματος. Με άλλα λόγια επιτρέπεται ο περιορισμός του δικαιώματος μόνο κατά το μέτρο που είναι απαραίτητο για την προστασία και απρόσκοπτη λειτουργία του θεσμού. Η σχέση ανάμεσα στην ομοιογένεια και στην αναγκαιότητα περιορισμού, είναι σχέση ανάλογη. Όσο αυξάνεται η ένταση της ομοιογένειας τόσο αυξάνει και η αναγκαιότητα περιορισμού του δικαιώματος. Πρόκειται για μία εφαρμογή του κανόνα τα ομώνυμα απωθούνται. Η ομοιογένεια ως φυσική σχέση, ως σχέση που απορρέει από την φύση του πράγματος, αποτελεί πραγματικό και νομικό λόγο επιβολής περιορισμού στο θεμελιώδες δικαίωμα. 

Παραδείγματα: Εμφανίζεται παραδείγματος χάρη η αντίθεση ανάμεσα στην πολιτική Ελευθερία και στον θεσμό των πολιτικών κομμάτων, ανάμεσα στην εμπορική Ελευθερία και το θεσμό της εμπορικής εταιρείας, ανάμεσα στην ατομική συνδικαλιστική Ελευθερία και στο θεσμό των συνδικαλιστικών οργανώσεων.  (Βλ. περισσότερα παραδείγματα Εφαρμογές Δημοσίου Δικαίου ΙΙ β έκδ 2012)


Συμπερασματικά στις ομοιογενείς αντιθέσεις επιβάλλεται ο περιορισμός του δικαιώματος. Στις ανομοιογενείς αντιθέσεις επιβάλλεται η αποχή από τον περιορισμό. Στις πρώτες ο περιορισμός αποτελεί συνταγματική επιταγή που απορρέει από την ταυτόχρονη κατοχύρωση και προστασία δικαιωμάτων και Θεσμών. Στις δεύτερες συνταγματική επιταγή αποτελεί η παράλειψη του περιορισμού. 



Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2021

Η Συνταγματικότητα της Υποχρέωσης Εμβολιασμού εν μέσω πανδημίας Δεν υπάρχει ελευθερία μόλυνσης,

 


Ανδρέας Δημητρόπουλος 

Ομ. Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου 

Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών



 

Η πανδημία δικαίωσε την θεωρία την θεσμικής προσαρμογής των συνταγματικών δικαιωμάτων, των οποίων οι περιορισμοί δεν μπορούν να εξηγηθούν με τα παραδοσιακά συνταγματικά κριτήρια.Η πανδημία συνιστά Έκτακτη κατάσταση Υγειονομικής ανάγκης  η οποία θέτει το ευρύτερο θεσμικό - συνταγματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ασκούνται προσαρμοζόμενα τα συνταγματικά  δικαιώματα. Στο πλαίσιο αυτό τα δικαιώματα υφίστανται  θεσμική προσαρμογή, προσαρμόζονται δηλαδή περιορίζονται κατά το μέτρο εκείνο που επιβάλλει η αιτιώδης συνάφεια που υπάρχει ανάμεσα στο συγκεκριμένο δικαίωμα και στο θεσμικό περιβάλλον της πανδημίας. Αυτό ακριβώς σημαίνει, ότι δικαιώματα των οποίων η άσκηση διευκολύνει την παραπέρα μετάδοση της νόσου πρέπει να περιορίζονται κατά το αναγκαίο μέτρο, ώστε να εμποδίζεται η μετάδοση. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονιστεί ότι η ελευθερία άσκησης των συνταγματικών δικαιωμάτων δεν εμπεριέχει ελευθερία μετάδοσης της νόσου. Το Σύνταγμα δεν κατοχυρώνει ελευθερία μόλυνσης ούτε με την παθητική ούτε με την ενεργητική έννοια του της λέξης. 

  Η ένταση της δεν είναι σταθερή, άλλοτε αυξάνεται και άλλοτε μειώνεται. Οι διακυμάνσεις της νόσου προκαλούν και τις ανάλογες διακυμάνσεις στο θεσμικό συνταγματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ασκούνται τα συνταγματικά δικαιώματα.  Άλλη λοιπόν είναι η ένταση των περιορισμών των συνταγματικών δικαιωμάτων στην αρχή μιας πανδημίας και άλλοι είναι στην κορύφωση της. Περιορισμοί που στην αρχή της πανδημίας μπορούσαν να είναι αρκετοί για την αντιμετώπιση της νόσου ενδεχομένως να μην επαρκούν με την αύξηση της έντασης και την κορύφωση της. Η αντιμετώπιση της στο στάδιο αυτό εύλογα χρειάζεται εντονότερους περιορισμούς.  Εδώ ακριβώς, εν μέσω δηλαδή της κορύφωσης  της πανδημίας,  ανακύπτει το θέμα της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού ως επιτακτικά αναγκαίου κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης μέσου για την προστασία ενός εκάστου ατόμου και του κοινωνικού συνόλου. Όταν λοιπόν παρά τη λήψη διαφόρων μέτρων η πανδημία εξακολουθεί να καλπάζει και να αποτελεί έτσι υπαρκτό άμεσο και μέγιστο κίνδυνο για το κοινωνικό σύνολο, όταν όλα τα άλλα μέτρα δεν έχουν αποδώσει και δεν έχουν επιφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα τότε αποκτά μεγάλη σημασία η υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού. Η συνταγματικότητα της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού βαίνει παράλληλα και ανάλογα προς την κρισιμότητα της κατάστασης της πανδημίας

   Γεννάται το ερώτημα αν μπορούν να γίνονται διαφοροποιήσεις και κυρίως με το ηλικιακό κριτήριο. Η απάντηση στο ερώτημα για την δυνατότητα  επιβολής  γενική υποχρέωσης εμβολιασμού είναι καταφατική, καθόσον ο κίνδυνος μετάδοσης υπό τις παρούσες συνθήκες κορύφωσης της πανδημίας, στις οποίες ακόμη οι εμβολιασμένοι μπορούν να νοσήσουν και να μεταδώσουν τη νόσο, υπάρχει σε κάθε περίπτωση. Επιφυλάξεις θα μπορούσαν να διατυπωθούν μόνο για αποδεδειγμένα αναμφισβήτητες περιπτώσεις απομόνωσης χωρίς δυνατότητα παραπέρα μετάδοσης της νόσου. Η γενική υποχρέωση εμβολιασμού δεν έρχεται πάντως σε αντίθεση με την σταδιακή επιβολή του μέτρου βασιζόμενη σε διάφορα κριτήρια όπως είναι η αναγκαιότητα της προστασίας για τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, ο ριθμός των διαθέσιμων εμβολίων ή εμβολιαστικών κέντρων κλπ.

   Τα παραπάνω αφορούν την ουσία της όλης αντιμετώπισης του μέγιστου κινδύνου της πανδημίας. Όμως στις Δημοκρατίες θεματοφύλακας της ουσίας είναι ο τύπος. Η Δημοκρατία και τα συνταγματικά δικαιώματα πρέπει να διαφυλάσσονται και από κάθε κίνδυνο όχι μόνον παρόντα αλλά και μελλοντικό  που αν και δεν υπάρχει την δεδομένη στιγμή μπορεί να εμφανιστεί και να απειλήσει αργότερα, Οι θεσμοί δεν σχεδιάζονται μόνο για το παρόν αλλά για να διαρκούν και να εφαμόζονται και  στο μέλλον.  Η υγειονομική κατάσταση ανάγκης όπως έχει σήμερα είναι άτυπη. Τόσο η διάρκεια εμφάνισης της όσο και η ένταση των περιορισμών που έχουν επιβληθεί και ενδεχομένως πρόκειται να επιβληθούν αλλά κι οι πιθανότητες επανεμφάνισης της κατάστασης αυτής που δεν φαίνονται λίγες,  απαιτούν τη μετατροπή  από άτυπη σε τυπική.  Αυτό σημαίνει κυρίως ότι ιδιαιτέρως η έναρξη η παράτασης και η λήξη  της υγειονομικής κατάστασης ανάγκης, όργανα διαδικασίες περιορισμοί και άλλες προϋποθέσεις πρέπει να ρυθμιστούν λεπτομερώς. Η συμμετοχή του κοινοβουλίου πρέπει να αποκτήσει θεσμικό χαρακτήρα και να μην έχει μόνον τον πυροσβεστικό χαρακτήρα  της κύρωσης των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου.


Τετάρτη 14 Ιουλίου 2021

ΕΠΙΔΗΜΙΑ ΚΑΙ ΘΕΣΜΙΚΗ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ


ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ 

Oμ. Καθηγητής Νομικής Σχολής

Πανεπιστημίου Αθηνών

Δημοσιεύθηκε στις 11 Ιουνίου 2021 στο News 247, συνέντευξη στην Αντ. Ξυνού μαζί με κείμενα των Κ, Χρυσόγονου και Π. Λαζαράτου 

Η πανδημία δοκιμάζει όχι μόνο την υγεία αλλά και τις διανθρωπικές σχέσεις και τους θεσμούς και αυτό το ίδιο το Συνταγματικό Δίκαιο το οποίο με τις παραδοσιακές  υποκειμεωικές - δικαιωματοκεντρικές μεθόδους δεν μπορεί να εξηγήσει την «συρρίκνωση» που αναγκαία υφίστανται σήμερα τα Συνταγματικά Δικαιώματα. Πράγματι η μόνη μέθοδος που μπορεί να δώσει πειστικές απαντήσεις αλλά και να θέσει τα απαραίτητα όρια είναι η μέθοδος της Θεσμικής Προσαρμογής των συνταγματικών Δικαιωμάτων η οποία εκτός από το (υποκειμενικό) δικαίωμα λαμβάνει υπόψη και το (αντικειμενικό) νομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ασκείται δηλαδή τους θεσμούς.

Κατά πρώτο πρέπει να τονιστεί ότι στο δημοκρατικό κοινωνικό κράτος δικαίου κανείς δεν μπορεί νόμιμα να υποχρεώσει άμεσα οποιοnδήποτε άνθρωπο και να τον υποβάλλει σε εμβόλιο ή άλλη επέμβαση σώματος. Η ελευθερία του ατόμου επάνω στο σώμα του κατοχυρώνεται συνταγματικά.

Ωστόσο είναι δυνατή η έμμεση υποχρέωση εμβολιασμού. Και τούτο διότι στον κοινωνικό χώρο δεν είμαστε μόνοι μας, τα δικαιώματα μας δεν τα ασκούμε μεμονωμένα. Αντίθετα, αποκτούν αξία και αναδύεται η χρησιμότητα και η σκοπιμότητα τους, όταν είμαστε μέσα στην κοινωνία. Τα δικαιώματα μας δεν τα ασκούμε σε "κοινωνικό κενό" στο άπειρο, αλλά στο πλαίσιο μερικότερων θεσμών. Για αυτό δεν τίθεται μόνο το ζήτημα της άσκησης των δικαιωμάτων ενός εκάστου, αλλά ταυτόχρονα και το ζήτημα της επίδρασης της άσκησή τους  στα δικαιώματα των άλλων. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι συνέπειες, που έχει η άσκηση των δικαιωμάτων μας στο κοινωνικό χώρο, οι οποίες  μπορεί να είναι  αφενός μεν απλές επιδράσεις -όπως π.χ. είναι η μόλυνση του περιβάλλοντος που προκαλεί ένα αυτοκίνητο- αφετέρου δε απλοί περιορισμοί ή και προσβολές των δικαιωμάτων των άλλων. Επειδή ακριβώς τα δικαιώματα  ασκούνται μέσα σε κάποιο θεσμικό περιβάλλον, το Σύνταγμα  προβλέπει  την άσκησή τους σε συνάρτηση με τους επίσης συνταγματικά προβλεπόμενους θεσμούς. 

Στην προκειμένη περίπτωση της πανδημίας που μαστίζει, το Ελληνικό Σύνταγμα με την προστασία της δημόσιας υγείας ιδρύει μια υγειονομική κυριαρχική σχέση δημοσίου δικαίου (αντικειμενικό νομικό περιβάλλον). Όταν η σχέση αυτή ενεργοποιείται όπως τώρα με την πανδημία, το κράτος μπορεί να λάβει ορισμένα αναγκαία μέτρα για την προστασία της δημόσιας υγείας, τα οποία μπορεί να επηρεάζουν ορισμένα συνταγματικά δικαιώματα. Ουσιαστικά πρόκειται για τη θεσμική προσαρμογή των συνταγματικών δικαιωμάτων, που σημαίνει εν προκειμένω ότι το κράτος μπορεί να περιορίζει μόνο τα δικαιώματα εκείνα, τα οποία συνδέονται με αιτιώδη συνάφεια με τη μετάδοση του ιού, και μόνο στο μέτρο που είναι αναγκαίο. Μέσα στην επιδημία, δηλαδή, το κράτος δεν μπορεί να λογοκρίνει, να περιορίσει την ελευθερία του λόγου κλπ, αλλά μπορεί να περιορίζει την ελευθερία της κίνησης ως προς τις μορφές εκείνες και κατά το μέτρο που είναι απαραίτητο για να προστατεύεται η δημόσια υγεία, η υγεία ενός εκάστου.

Έτσι λοιπόν ως γενικό κανόνα μπορούμε να πούμε ότι λόγω της πανδημίας είναι θεμιτός ο περιορισμός της ελευθερίας κίνησης μόνο όμως κατά το μέτρο εκείνο που επιβάλλεται από υγειονομικούς λόγους επιστημονικά θεμελιωμένους και συνίσταται στις περιπτώσεις όπου συγκεντρώνονται πολλά άτομα στο ίδιο χώρο, κυρίως σε κλειστό. Αντίθετα, είναι αντισυνταγματικός ο περιορισμός της ελευθερίας της κίνησης σε χώρους που δεν υπάρχει ο κίνδυνος μετάδοσης του ιού, αυτό που θα ονομάζαμε ανέπαφη κίνηση. Για παράδειγμα, η μετάβαση με το αυτοκίνητο στο εξοχικό όπου θα είμαι μόνος, είναι θεμιτή διότι δεν εμπεριέχει κίνδυνο μετάδοσης του ιού και επομένως η απαγόρευσή της δεν είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα.

Πράγματι μπορούν να επιβληθούν έμμεσοι περιορισμοί επιβαλόμενοι από την αιτιώδης συνάφεια. Χαρακτηριστικότερα παραδείγματα είναι η είσοδος σε αεροπλάνα, η είσοδος σε αίθουσες διδασκαλίας ή σε άλλες κλειστές αίθουσες, όπως του κινηματογράφου, ή ακόμη και η χρήση των μέσων μαζικής μεταφοράς όπου υπάρχει συνωστισμός. Εκεί υπάρχει πράγματι κίνδυνος μετάδοσης και μπορούν να υπάρξουν περιορισμοί, μέχρι να εξαλειφθεί ο κίνδυνος, οπότε και παύει η συνταγματικότητα των περιοριστικών αυτών μέτρων.

Το κλειδί για την απέραντη περιπτωσιολογία είναι η αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στην απαγόρευση και στο δικαίωμα κίνησης και συγκεκριμένα, αν η κίνηση εμπεριέχει κίνδυνο μετάδοσης του ιού. Αν για την εργασία είναι απαραίτητος ο περιορισμός του δικαιώματος, τότε είναι θεμιτός κατά το μέτρο. Παραδείγματος χάριν αν κάποια προσλαμβανόταν ως νοσοκόμα που θα έπρεπε να έρχεται σε επαφή με τον κόσμο, ασφαλώς και ο εμβολισμός θα πρέπει να είναι υποχρεωτικός. Αν όμως, κάποιος εργάζεται από το σπίτι μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή, τότε δεν υπάρχει αυτή η αιτιώδης συνάφεια και οποιαδήποτε υποχρέωση είναι άκρως αντισυνταγματική. Δεν μπορεί να επιβληθεί ο εμβολιασμός.

Αντίστοιχα, ο καταστηματάρχης βλάπτεται στην επιχείρηση του από την είσοδο ενός ανεμβολίαστου πελάτη γιατί κινδυνεύει να κολλήσει τόσο ο ίδιος και το προσωπικό του, όσο και οι υπόλοιποι πελάτες. Εφόσον όμως, είναι χώρος κλειστός και υπάρχει και συνωστισμός. Ωστόσο, αν μιλάμε για μια αγορά ανοιχτή και αραιά τοποθετημένη, έτσι ώστε δεν υπάρχει κίνδυνος μετάδοσης του ιού, ουδείς δικαιούται να αρνηθεί την πώληση ή την είσοδο σε αυτή ατόμων, με το επιχείρημα ότι δεν έχει εμβολιαστεί.


Παρασκευή 23 Απριλίου 2021

Η Αρχή της Δεδηλωμένης ως ιδιαίτερη έκφραση του Ελληνικού Κοινοβουλευτισμού

 



 Ανδρέας Γ Δημητρόπουλος 

Καθηγητής Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών 

                                    

Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο για τα 150 χρόνια του Ελληνικού Κοινοβουλευτισμού 1844 - 1994 Διοργάνωση: Η Βουλή των Ελλήνων  Αθήνα 15 - 17 Μαρτίου 1995. Ινστιτούτο Συνταγματικών Ερευνών Μελέτες 12 2000 σ. 173 -180 

  

1. Το κοινοβουλευτικό σύστημα ξεκίνησε από την μεγάλη Βρετανία και διαδόθηκε στις χωρίσει πει της ηπειρωτικής Ευρώπης. Όμως δεν μεταφέρθηκε στις χώρες αυτές. Αντίθετα είπες στην εθνική διαμόρφωση, απέκτησε πολλά εθνικά στοιχεία που αρμόζω ‘μουνα έτσι στις ιδιαίτερες συνταγματικού πολιτικές συνθήκες που επικρατούσαν σε κάθε χώρα. Παρά τα πολλά κοινά σημεία και τις ομοιόμορφες εξελικτικές τάσεις ανάμεσα στα κοινοβουλευτικά συστήματα διαφόρων κρατών, υπάρχουν μεταξύ τους και διαφορές. Ο κοινοβουλευτισμός απέκτησε στις διάφορες χώρες – και στην Ελλάδα – εθνικές ιδιαιτερότητες. Είμαι πάντως δυνατή η διάκριση δύο βασικών ομάδων. Στην πρώτη ανήκουν οι χώρες που διατήρησαν το τυπικό παραδοσιακό σχήμα της επιλογής του πρωθυπουργού Από τον ανώτατο άρχοντα, τον οποίο όμως βασικά «προτείνουν» τα πολιτικά κόμματα (σύστημα πρότασης). Στο σύστημα αυτό το οποίο ακολουθείται στην Ελλάδα, ιδιαίτερη θέση κατέχει η αρχή της δεδηλωμένης. Στην δεύτερη ομάδα ανήκουν οι χώρες που προχώρησαν στην συνταγματική καθιέρωση της εκλογής του πρωθυπουργού από το κοινοβούλιο (σύστημα εκλογής). Η αρχή της δεδηλωμένης αποτελεί την αιχμή του δόρατος του ελληνικού κοινοβουλευτισμού. Αποτελεί την βασική έκφραση της ελληνοποιήσης του κοινοβουλευτικού συστήματος. Η καθιέρωση και η εξέλιξη της συνδέθηκαν με έντονες πολιτικές αναταραχές σε όλη την διαδρομή της ελληνικής συνταγματικής ιστορίας. Η αρχή της δεδηλωμένης στην σχετική της μορφή, διακηρύσσεται και καθιερώνεται στο ελληνικό συνταγματικό οικοδόμημα το 1875. Αποκτά αυτόνομη διατύπωση του 1975 οπότε εμφανίζεται για πρώτη φορά ως ρητά διατυπωμένος ως κανόνας δικαίου.Η αρχή της δεδηλωμένης αποτελεί την κορυφαία συνταγματική μεταβολή της αναθεώρησης του 1986 με την οποία μετατρέπεται από σχετική απόλυτη. Κατά την ισχύουσα απόλυτη αρχή της δεδηλωμένης (Σ. 1986 άρθρ. 37) Πρωθυπουργός διορίζεται ο αρχηγός του κόμματος που διαθέτει στην Βουλή την απόλυτη πλειοψηφία και οι υπουργοί διορίζονται μετά από πρότασή του. Αν δεν σχηματίζεται πλειοψηφία η Βουλή διαλύεται και προκηρύσσονται εκλογές. Η κυβερνητική πλειοψηφία είναι δεδηλωμένη, δηλαδή φανερή γνωστή πριν από τον διορισμό της κυβέρνησης και την ψηφοφορία για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης.

  2. Ο προσδιορισμός του περιεχομένου της αρχής της δεδηλωμένης προϋποθέτει την αναφορά στο γενικότερο κοινοβουλευτικό σύστημα, του οποίου η έννοια δεν προσδιορίζεται πάντοτε με την απαιτούμενη ακρίβεια. Βασικό χαρακτηριστικό του κοινοβουλευτικού συστήματος - που το διακρίνει άλλωστε από το προεδρικό - Είναι η εξάρτηση της κυβέρνησης από την εμπιστοσύνη της Βουλής. Η συνολική εικόνα του κοινοβουλευτικού συστήματος προκύπτει από την ανάλυση των μερικότερων πλευρών αυτής της εξάρτησης, Δηλαδή των μερικότερων διαστάσεων του κοινοβουλευτικού συστήματος. Οι διαστάσεις αυτές είναι - κατά λογική σειρά - Η ανάδειξη, η διατήρηση και ο έλεγχος της κυβέρνησης από το κοινοβούλιο. Στις δύο πρώτες που το αρχικό ρόλο κατέχει η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ενώ στην τρίτη η μειοψηφία. Θα μπορούσαμε έτσι να ορίσουμε το κοινοβουλευτικό σύστημα ως το κυβερνητικό σύστημα κατά το οποίο η κυβέρνηση εξαρτάται από το κοινοβούλιο, δηλαδή αναδεικνύεται και διατηρείται από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, Ελεγχόμενη κατά την διάρκεια του βίου της από την μειοψηφία. Στο ευρύτερο αυτό κοινοβουλευτικό σύστημα εντάσσεται η αρχή της δεδηλωμένης, η οποία αποτελεί την κεντρική αρχή που ρυθμίζει την λογικά πρώτη διάσταση του κοινοβουλευτικού συστήματος, δηλαδή την ανάδειξη της κυβέρνησης. Η αρχή της δεδηλωμένης δεν αναφέρεται ούτε στον έλεγχο ούτε στην διατήρηση της η κυβέρνηση στην εξουσία αλλά μόνο στην ανάδειξη της. Η αρχή της δεδηλωμένης δεν ταυτίζεται με το κοινοβουλευτικό σύστημα, αλλά αποτελεί μερικότερη αρχή του.

  3. Σύμφωνα με το γενικό περιεχόμενο της αρχής της δεδηλωμένης επιβάλλεται ο διορισμός κυβέρνησης από την πλειοψηφία. Η αρχή αυτή επιβάλλει τον διορισμό κυβέρνησης από την πλειοψηφία και ταυτόχρονα απαγορεύει τον διορισμό κυβέρνησης μειοψηφίας. Ο ειδικότερος προσδιορισμός της αρχής της δεδηλωμένης συνδέεται αναγκαία με την διάκριση της αρχής σε απόλυτη και σχετική. Συνδέεται επίσης και με την εξέλιξη του όλου ελληνικού κοινοβουλευτικού συστήματος. Απαραίτητη είναι επομένως η σύντομη αναφορά στο πριν την εμφάνιση της αρχής ελληνικό κοινοβουλευτικό σύστημα, του οποίου συνέχεια υπήρξε η αρχή της δεδηλωμένης. Οι τρεις διαστάσεις του κοινοβουλευτικού συστήματος δεν εμφανίστηκαν στο ιστορικό γίγνεσθαι με την παραπάνω λογική σειρά. Η πρώτη διάσταση του κοινοβουλευτικού συστήματος που εμφανίστηκε στην συνταγματικοπολιτική πραγματικότητα, είναι ο έλεγχος της κυβέρνησης, η δεύτερη η διατήρηση και τελευταία ιστορικά εμφανίστηκε η κατα λογική ακολουθία πρώτη, Δηλαδή η ανάδειξη της κυβέρνησης. Η ιστορική αυτή η εμφάνιση των διαστάσεων του κοινοβουλευτικού συστήματος συνιστά παράλληλα και τα τρία βασικά στάδια της εξέλιξης του.

  4. Στην Ελλάδα η πρώτη διάσταση, η διάσταση του ελέγχου, εμφανίστηκε την περίοδο 1843 - 1862. Πρόκειται για την περίοδο του υποτυπώδους κοινοβουλευτικού συστήματος, της υπεροχής του μονάρχη έναντι του κοινοβουλίου. Την περίοδο αυτή του κοινοβουλίου απλά και μόνον ελέγχει την κυβέρνηση. Το σύστημα της περιόδου αυτής δεν είναι κυβερνητικό στην κυριολεξία του όρου, καθόσον δεν μπορεί να προκαλέσει κυβερνητική μεταβολή. Δεν ισχύει δηλαδή η αρχή της διατήρησης ούτε ασφαλώς και η αρχή της ανάδειξης της κυβέρνησης με την εμπιστοσύνη του κοινοβουλίου. Η κυβέρνηση αναδεικνύεται σύμφωνα με την απόλυτη βούληση του μονάρχη και οφείλει την διατήρηση της στην ίδια θέληση. Το κοινοβούλιο απλά και μόνον ελέγχει. Είναι πάντως σημαντικό να σημειωθεί και για την περίοδο αυτή, η ανάστροφη λειτουργία της αρχής της διατήρησης, όπως εμφανίστηκε στο ελληνικό υποτυπώδης κοινοβουλευτικό σύστημα στον υποτυπώδη δηλαδή κοινοβουλευτισμό. Μεταξύ Βουλής και κυβέρνησης εξασφαλίζει ισορροπία, η οποία όμως δεν επιτυγχάνεται με την αλλαγή της κυβέρνησης - Όπως θα γινόταν αν εφαρμοζόταν η κοινοβουλευτική αρχή της διατήρησης - αλλά, με την αλλαγή του κοινοβουλίου. Όταν η Βουλή είναι αντίθετη προς την κυβέρνηση, διαλύεται και προκηρύσσονται εκλογές και με διάφορα μέσα επιδιώκεται η εξασφάλιση σύνθεσης της Βουλής ευνοϊκής προς την κυβέρνηση.

  5. Με την έξωση του βασιλιά Όθωνα, το ελληνικό κοινοβουλευτικό σύστημα εισέρχεται στο δεύτερο στάδιο εξέλιξης του, στην εφαρμογή δηλαδή της Αρχή της διατήρησης της κυβέρνησης με την εμπιστοσύνη του κοινοβουλίου (1862 -1875). Με εξαίρεση ένα μικρό χρονικό διάστημα της μεταβατικής περιόδου πριν την ανάληψη των καθηκόντων του νέου εκλεγμένου βασιλιά, κατά το οποίο εφαρμόστηκε και το σύστημα της ανάδειξης, την περίοδο αυτή, της ισορροπίας μονάρχη - κοινοβουλίου, εφαρμόζεται το λεγόμενο γνήσιο, ορθότερα πρώιμο κοινοβουλευτικό σύστημα. Η γένεση του κοινοβουλευτικού συστήματος είναι και στην Ελλάδα όπως και στις άλλες χώρες, προϊόν της αντίθεσης μονάρχη κοινοβουλίου. Όμως στον ελληνικό χώρο η αντίθεση αυτή οδήγησε στην εξουσία του μονάρχη και την ενθρόνιση νέου, που αποδέχτηκε από την αρχή το κοινοβουλευτικό σύστημα. Στην Ελλάδα εκθρόνιση, ενθρόνιση Και επικράτηση του πρώιμου κοινοβουλευτικού συστήματος συμπίπτουν και επιταχύνθηκε έτσι σημαντικά γενικότερη κοινοβουλευτική εξέλιξη. Την περίοδο αυτή εφαρμόζεται η αρχή του ελέγχου, αλλά προστίθεται και η εφαρμογή της αρχής της διατήρησης. Η νέα κατανομή εξουσίας έχει το εξής σχήμα. Η κυβέρνηση επιλέγετε και διορίζεται από τον μονάρχη, η παραμονή της όμως την εξουσία εξαρτάται από την θέληση της Βουλής. Από το 1862 εισάγεται έτσι και εφαρμόζεται στον ελληνικό χώρο η αρχή της διατήρησης, Η οποία συνάγεται από τα άρθρα 58 και 78 του Συντάγματος το 1864. Στο Σύνταγμα αυτό κατά την εποχή της δημιουργίας του, δεν περιέχεται η αρχή της δεδηλωμένης. Ο ανώτατος άρχοντας είναι συνταγματικά ελεύθερος να επιλέξει κυβέρνηση και δεν δεσμεύεται από οποιαδήποτε υπόδειξη της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Ο συνταγματικός αυτός κανόνας είναι άλλωστε σύμφωνος με την συνταγματικοπολιτική πραγματικότητα της εποχής εκείνης. Τα πολιτικά κόμματα δεν έχουν αναπτυχθεί. Κανένας δε γνωρίζει πριν από την ψηφοφορία για την παροχή εμπιστοσύνης, όποιος διαθέτει την πλειοψηφία στο κοινοβούλιο. Είναι επομένως απαραίτητος ο διορισμός κυβέρνησης, την οποία επιλέγει ο ανώτατος άρχοντας. Άλλη κυβέρνηση αυτή οφείλει να εμφανίσει στο κοινοβούλιο και να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης. Αν καταψηφιστεί είναι υποχρεωμένοι να παραιτηθεί. Το κοινοβουλευτικό αυτό σύστημα εφαρμόζεται χωρίς παρεκκλίσεις για όλες τις κυβερνήσεις της περιόδου αυτής. Η αρχή της διατήρησης της κυβέρνησης με την εμπιστοσύνη του κοινοβουλίου διακρίνεται σε σχετική και απόλυτη. Η πρώτη μορφή εφαρμόστηκε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1870. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, Η κυβέρνηση οφείλει να έχει την εμπιστοσύνη της παρούσας Βουλής. Η κυβέρνηση για να διατηρηθεί στην εξουσία έχει ανάγκη της εμπιστοσύνης της Βουλής, που βρίσκεται σε σύνοδο. Δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει αυτή η πλειοψηφία, όταν η Βουλή είναι απούσα, όταν δηλαδή δεν βρίσκεται σε σύνοδο. Της με την παραπάνω έννοια απουσίας της Βουλής έγινε επιμελής χρήση την περίοδο εκείνη. Στις αρχές της δεκαετίας του 1870 τέθηκε επανειλημμένα το ζήτημα, ότι η κυβέρνηση θα πρέπει να διαθέτει την πλειοψηφία, όχι μόνον όταν η Βουλή βρίσκεται σε σύνοδο, αλλά και όταν είναι απούσα. Η απολυτοποίηση αυτή της αρχής της διατήρησης δεν συνάντηση ιδιαίτερες δυσκολίες. Η απόλυτη αρχή της διατήρησης καθιερώνεται σήμερα στο άρθρο 84 του ισχύοντος ελληνικού Συντάγματος.

  6. Δημιουργία και εξέλιξη της αρχής της δεδηλωμένης ανήκουν στις χαρακτηριστικές περιπτώσεις σύζευξης δέοντος και είναι, συνταγματικού κανόνα και συνταγματικής πραγματικότητας. Η αρχή της δεδηλωμένης γεννήθηκε από την δεδηλωμένη η πραγματική κατάσταση, ως status. Δύο είναι τα στοιχεία αυτού του status, το οντολογικό (corpus), δηλαδή η ύπαρξη κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και το βουλητικό (animus), δηλαδή η βούληση της πλειοψηφίας να σχηματίσει κυβέρνηση. Το ζήτημα της αρχής της δεδηλωμένης τίθεται στις αρχές της δεκαετίας του 1870. Η ισορροπία του πρώιμου κοινοβουλευτικού συστήματος, που εξασφαλίστηκε με το Σύνταγμα του 1864, διαταράχτηκε σύντομα και σημαντικά. Βασική αιτία της διαταραχής αυτής ήταν η εμφάνιση στην ελληνική συνταγματικοπολιτική πραγματικότητα της δεδηλωμένης ως συνταγματικοπολιτικής κατάστασης ως status. Η κάποια σχηματοποίηση των ελληνικών πολιτικών κομμάτων είχε ως αποτέλεσμα - λόγω ακριβώς της κομματικής ένταξης των βουλευτών - την δημιουργία της δεδηλωμένης πλειοψηφίας, της φανερής δηλαδή πλειοψηφίας πριν από τον διορισμό της κυβέρνησης και την ψηφοφορία παροχής ψήφου εμπιστοσύνης. Η βούληση της πλειοψηφίας είναι γνωστή η εκ των προτέρων από την κοινοβουλευτική δύναμη των κομμάτων. Είναι επομένως ορατό και γνωστό από την αρχή αν καλείται να σχηματίσει κυβέρνηση η πλειοψηφία ή η μειοψηφία. Η διαδικασία παροχής ψήφου εμπιστοσύνης απλά επικυρώνει την ήδη γνωστή, δηλαδή φανερή, δηλαδή δεδηλωμένη, θέλησή της πλειοψηφίας. Η δημιουργία δεδηλωμένης βούλησης της πλειοψηφίας στην συνταγματικοπολιτική πραγματικότητα συνδέει έτσι την διαδικασία ανάδειξης με την διαδικασία διατήρηση της κυβέρνησης. Εφόσον είναι γνωστό πριν από τον διορισμό της κυβέρνησης ποια παράταξη μπορεί να εξασφαλίσει την πλειοψηφία, θα πρέπει η παράταξη αυτή να καλείται να σχηματίσει κυβέρνηση. Αμφισβητεί και έτσι η κατά την προηγούμενη συνταγματική ερμηνεία εξουσία του ανώτατου άρχοντα να επιλέγει την κυβέρνηση. Η μεταβολή της τερματικό πολιτικής πραγματικότητας οδηγεί αρχικά στην αμφισβήτηση και τελικά στην μεταβολή του νοήματος του κανόνα δικαίου.

  7. Στα μέσα της δεκαετίας του 1870 η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα είναι έκρυθμη. Η συνταγματικοπολιτική πραγματικότητα έχει πλέον ωριμάσει στο βαθμό που απαιτείται για να κινηθεί η δικαιοπαραγωγική της δύναμη. Αντιδράσεις και συζητήσεις προκάλεσε ο διορισμός της 46ης «στηλιτικής» κυβέρνησης του Δημητρίου Βούλγαρη. Η παρερμηνεία σε αυτές των συνταγματικών διατάξεων, που ρύθμιζαν την απαραίτητη για την λήψη απόφασης πλειοψηφία, αποτελεί το έναυσμα. Ο βασιλιάς Γεώργιος Α εξαναγκάζεται να απομακρύνει την «στηλιτική» κυβέρνηση Βούλγαρη και να καλέσει την εξουσία την 47η κυβέρνηση του Χαριλάου Τρικούπη. Το αποκορύφωμα την συνταγματικοπολιτικής εξελίξης της περιόδου εκείνης αποτέλεσε ο λόγος του χρόνου τις 11 της Αυγούστου 1875,Οι προγραμματικές δηλαδή δηλώσεις της κυβέρνησης, τις οποίες είχε συγγράψει ο πρωθυπουργός και ανέγνωσε κατά τα τα συμβαίνοντά την εποχή εκείνη  ο ανώτατος άρχοντας. Ο Γεώργιος διαβεβαίωσε την Βουλή, ότι αναγνωρίζει τις συνταγματικές προνομίες των εκλεκτών του έθνους και ότι έρεισμα της ειδικής και υλικής ευημερίας και προόδου της χώρας είναι οι  κοινοβουλευτικοί  θεσμοί ειλικρινώς εφαρμοζόμενοι. Παράλληλα υποσχέθηκε ότι στο εξής θα απαιτεί «ως όσο απαραίτητον προσόν των καλούμενων …. εις την κυβέρνησιν του τόπου την δεδηλωμένη προς αυτούς εμπιστοσύνην της πλειοψηφίας των αντιπροσώπων του έθνους...». Το περιεχόμενο αυτής της επίσημης δηλώσεις, που περιέχεται στον λόγο του χρόνου αποτελεί την περίφημη αρχή της δεδηλωμένης. Ένθερμη υπήρξε η ανταπόκρισή της Βουλής. Όπως αποδεικνύεται και από την μετέπειτα εφαρμογή της, η αρχή που διακηρύχθηκε το 1875, είναι η σχετική αρχή της δεδηλωμένης. Σύμφωνα με την σχετική αυτή η αρχή, απαγορεύεται ο διορισμός κυβέρνησης από την μειοψηφία, όταν υπάρχει πλειοψηφία στο κοινοβούλιο. Αντίθετα εφόσον δεν υπάρχει κοινοβουλευτική πλειοψηφία επιτρέπεται ο διορισμός κυβέρνησης μειοψηφίας. Η σχετική δηλαδή αρχή της δεδηλωμένης δεν αποκλείει τον διορισμό κυβέρνησης από την μειοψηφία, ο οποίος όμως είναι δυνατός μόνον όταν δεν υπάρχει δεδηλωμένη, δηλαδή κοινοβουλευτική πλειοψηφία που επιθυμεί τον σχηματισμό κυβέρνησης. Διακρίνονται επομένως το σύστημα αυτό ε κυβέρνησης μειοψηφίας σε συγγνωστές, δηλαδή επιτρεπόμενες και ασύγγνωστες, δηλαδή απαγορευόμενες σύμφωνα με το σύστημα της σχετικής αρχής της δεδηλωμένης, όταν δεν υπάρχει πλειοψηφία ο ανώτατος άρχοντας ανακτά την εξουσία επιλογής της κυβέρνησης.

  8. Η σχετική αρχή της δεδηλωμένης - μΜε μία όχι σημαντική εξαίρεση- Εφαρμόστηκε χωρίς παρεκκλίσεις σε όλη τη διαδρομή της ελληνικής συνταγματικής  ιστορίας. Η πλειοψηφία εκαλείτο πάντοτε στην εξουσία ακόμη και σε περιόδους έντονης διαφωνίας αρχηγού της πλειοψηφίας και ανώτατου άρχοντα. Σε περιπτώσεις βέβαια συγκρούσεις, ο ανώτατος άρχοντας έβρισκε τρόπους για να απαλλαγεί από την ενοχλητική, την ανυπάκουη κυβέρνηση και η πλειοψηφία εξωθείτο σε παραίτηση. Αλλά το πολύ ενδιαφέρον αυτό ζήτημα δεν αφορά την αρχή της δεδηλωμένης. Όπως συνάγεται και από την μετέπειτα εφαρμογή της, η αρχή της δεδηλωμένης ενσωματώθηκε από και με την διακήρυξη του 1875, χωρίς αναθεώρηση στο ελληνικό συνταγματικό οικοδόμημα. Η ενσωμάτωση αυτή έγινε μετά από μεταβολή του νοήματος του αρχικού Συντάγματος το 1864. Μεταβολή του νοήματος (Bedeutungswandel der Verfassungsnormen) είναι η χωρίς τη μεσολάβηση αναθεώρησης μεταβολή του νοηματικού περιεχομένου του συνταγματικού κάνόνα, μετά από αλλαγή της πραγματικότητας, στην οποία βασίστηκε η αρχική του διαμόρφωση, κατά το μετρό που επιτρέπεται από την λεκτική διατύπωση και το νόημα του γραπτού Συντάγματος. Ο ορισμός αυτός της μεταβολής του νόημά τους εξηγεί με ακρίβεια την αλλαγή ερμηνείες που διακινήθηκε ομόφωνα το 1875. Η διακήρυξη της αρχής δεδηλωμένης δεν έχει μόνον ιστορική αλλά και μεγάλη νομική σημασία. Δεν είναι μόνον ιστορικό, αλλά και σημαντικό νομικό γεγονός.

  9. Στην Ελλάδα το κοινοβουλευτικό σύστημα, όπως διαμορφώθηκε μέχρι το επίπεδο εξέλιξης της σχετικής αρχής της δεδηλωμένης, λειτούργησε από το 1875 μέχρι το 1986. Η αναθεώρηση του 1911 δεν ρύθμισε ειδικότερα το κοινοβουλευτικό σύστημα. Το Σύνταγμα του 1927, το οποίο προέβλεπε αιρετό ανώτατο άρχοντα, Πρόεδρο Δημοκρατίας, Είναι το πρώτο ελληνικό Σύνταγμα που περιέχει ρητά διατυπωμένες διατάξεις, Αναφερόμενες στην κοινοβουλευτική αρχή της διατήρησης της κυβέρνησης με την εμπιστοσύνη του κοινοβουλίου. Η σχετική αρχή της δεδηλωμένης δεν ρυθμίζεται με το Σύνταγμα αυτό, το οποίο Ρίτα απλά και μόνο γνωρίζει ότι υπουργοί διορίζονται από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας μετά από πρόταση του πρωθυπουργού. Αλλά και η διάταξη αυτή παραλείπετε στο Σύνταγμα του 1952, το οποίο προέβλεπε την βασιλεία. Είναι ακριβώς αιώνα μετά την διακήρυξη του 1875, δηλαδή το 1975, η σχετική αρχή της δεδηλωμένης περιέχεται για πρώτη φορά Ρίτα διατυπωμένη στο ελληνικό Σύνταγμα του ίδιου έτους. Με την αναθεώρηση του 1000 ακούσια 86 καταργείται η σχετική και εισάγεται πλέον η απόλυτη αρχή της δεδηλωμένης. Ως προς το πρώτο σκέλος τους απόλυτη και σχετική αρχή της δεδηλωμένης συμπίπτουν. Όταν υπάρχει πλειοψηφία πρωθυπουργός διορίζεται ο αρχηγός της πλειοψηφίας. Αυτό ορίζεται ρητά στο άρθρο 37 του ισχύοντος Συντάγματος, το οποίο απλά επαναλαμβάνει την αντίστοιχη διάταξη του Συντάγματος του 1975 Η νέα ρύθμιση αναφέρεται στο δεύτερο σκέλος της αρχής της δεδηλωμένης, όταν δηλαδή δεν υπάρχει πλειοψηφία. Στις περιπτώσεις αυτές ο εκλεγμένος πλέον ανώτατος άρχοντας δεν ανακτά την εξουσία επιλογής της κυβέρνησης, όπως συνέβαινε και με το Σύνταγμα του 1975, αλλά σύμφωνα με την ισχύουσα ρύθμιση είναι υποχρεωτική ex constitutione η προσφυγή στις εκλογές. Όταν λοιπόν δεν υπάρχει πλειοψηφία το ισχύον Σύνταγμα προβλέπει διερευνητική διαδικασία για τον σχηματισμό κυβέρνησης σε δύο στάδια, την παροχή διερευνητικών εντολών και το στάδιο της σύγκλισης των πολιτικών αρχηγών. Όταν η διερευνητική διαδικασία αποβεί άκαρπη και βεβαιωθεί έτσι η αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης, τότε διαλύεται η Βουλή και προκηρύσσονται εκλογές με κυβέρνηση οικουμενική υπηρεσιακή η δικαστική. Απαγορεύεται δηλαδή - και ορθά - σε κάθε περίπτωση ο διορισμός κυβέρνησης μειοψηφίας, ούτε και για αυτή μόνη την διεξαγωγή των εκλογών. Αυτή είναι η απόλυτη αρχή της δεδηλωμένης, όπως προβλέπεται από το ισχύον Σύνταγμα. Η εισαγωγή της κατέστησε την αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης λόγο διάλυσης της Βουλής. Η απόλυτη αρχή της δεδηλωμένης κατοχυρώνεται όχι μόνον για την τακτική, αλλά και για την προεκλογική κυβέρνηση, δηλαδή την κυβέρνηση διεξαγωγής των εκλογών. Το ισχύον Σύνταγμα προβλέπει μόνο μία και όχι σημαντική εξαίρεση από την εφαρμογή της αρχής της δεδηλωμένης. Κατά το άρθρο 41 παρ.1 μπορεί ο πρόεδρος της Δημοκρατίας εφόσον έχουν εναλλαχθεί δύο τουλάχιστον κυβερνήσεις την ίδια βουλευτική περίοδο και παρά το ότι προτείνεται κυβέρνηση συνασπισμού, να αρνηθεί τον διορισμό της Τρίτης κυβέρνησης και να διαλύσει την Βουλή για κυβερνητική αστάθεια.

  10. Ήδη από το μεσοπολέμο διάστημα γίνεται λόγος για «κρίση» του κοινοβουλευτισμού και εννοείται με τον όρο αυτό, ότι το κοινοβουλευτικό σύστημα δεν λειτουργεί σύμφωνα με τις παραδοσιακές του αρχές. Η φανερή πλειοψηφία η δηλωμένη, η οποία με την εξέλιξη των πολιτικών κομμάτων κατέστη και συμπαγής, αποτελεί όχι μόνον την εξέλιξη, αλλά και την βασική έκφραση της κρίσης του κοινοβουλευτικού αντιπροσωπευτικού συστήματος. Η συνταγματικοπολιτική γοητεία του κοινοβουλευτισμού βρίσκεται στην αμφιβολία του αποτελέσματος της ψηφοφορίας στο κοινοβούλιο. Όμως αυτή η αμφιβολία έχει εξαφανιστεί πλέον στην σύγχρονη συνταγματικοπολιτική πραγματικότητα. Οι κυβερνήσεις βασιζόμενες σε συμπαγείς πλειοψηφίες Δεν φοβούνται την πτώση τους. Κυβέρνηση και κοινοβουλευτική συμπολίτευση αποτελούν ενότητα. Η γενεσιουργός του κοινοβουλευτικού συστήματος αντίθεση, η αντίθεση μονάρχη - κοινοβουλίου, δεν υπάρχει πλέον. Η κινητήρια του σύγχρονου κοινοβουλευτικού συστήματος αντίθεση δεν βρίσκεται, όπως οι προηγούμενοι, στην σχέσεις νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, αλλά και μέσα στην Βουλή, ως αντίθεση συμπολίτευσης – αντιπολίτευσης. Η συζήτηση στο κοινοβούλιο έχασαν τον δημιουργικό χαρακτήρα της παλιάς εποχής, καθόσον ο σχηματισμός της γνώμης των βουλευτών έχει συντελεστεί έξω από την Βουλή στα κομματικά όργανα και δεν εξαρτάται από την ικανότητα των ρητόρων. Η Βουλή δεν είναι πλέον το κέντρο του σχηματισμού τον θελήσεων, άλλο τόπος όπου η σχηματισμένες ήδη θελήσεις συμπράττουν για τον σχηματισμό της κοινής απόφασης. Τέθηκε έτσι εύλογα το ερώτημα για αυτήν την ίδια την σκοπιμότητα των συζητήσεων του κοινοβουλίου. Τι εξυπηρετούν οι συζητήσεις αυτές, όταν δεν υπάρχει πιθανότητα να μεταπεισθεί ο πολιτικός αντίπαλος; Και η απάντηση που μπορεί να δοθεί είναι μόνον, ότι οι συζητήσεις στο κοινοβούλιο δεν απευθύνονται προς τους βουλευτές, αλλά απευθείας προς το εκλογικό σώμα, τους ψηφοφόρους τους οποίους προσπαθούν να επηρεάσουν. Αναδεικνύεται έτσι μεγάλη σημασία της τεχνολογίας για την λειτουργία της σύγχρονης Δημοκρατίας. Η τηλεοπτική μετάδοση των συνεδριάσεων του κοινοβουλίου – η οποία πρέπει να γίνεται εγώ όχι ευκαιριακά, αλλά σε μόνιμη βάση – μετατρέπει ολόκληρη την χώρα σε μια απέραντη λαϊκή συνέλευση, σε μια μεγάλη εκκλησία του δήμου, στην οποία όλοι είμαστε οπτικοακουστικά παρόντες, χωρίς όμως να έχουμε δικαίωμα λόγου άλλα αντ’ αυτού δικαίωμα ψήφου κι άλλα μέσα. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι σήμερα δεν υπάρχει απλά κρίση, αλλά μετάβαση σε μία νέα μορφή κοινοβουλευτισμού με εξωκοινοβουλευτική βασικά κατεύθυνση, προς το εκλογικό σώμα. Η παλιννόστηση του παραδοσιακού κοινοβουλευτισμού δεν είναι εφικτή, αλλού και πρέπει να είναι και επιθυμητή. Το νέο κοινοβουλευτικό σύστημα της συμπαγούς πλειοψηφία δεν έχει μόνο πλεονεκτήματα, όπως η κυβερνητική σταθερότητα κι άλλα, αλλά και μειονεκτήματα. Σε αυτά ανήκει κυρίως η συγκέντρωση της εξουσίας, ο πρωθυπουργοκεντρικός χαρακτήρας του.  Και δεν φαίνεται σύμφωνοι, όχι μόνο προς την ελληνική, αλλά και στην γενικότερη ευρωπαΐκή κοινοβουλευτική παράδοση, η άποψη ότι η ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του προέδρου της Δημοκρατίας μπορεί να δώσει τη λύση. Το σύγχρονο κοινοβουλευτικό σύστημα είναι σαφώς σύστημα υπεροχής του κοινοβουλίου έναντι του ανώτατου άρχοντα. Μείωση ή και εξαφάνιση των μειονεκτημάτων του σύγχρονου κοινοβουλευτισμού είναι δυνατή με την εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της εσωκομματικής Δημοκρατίας με την εφαρμογή του αξιώματος: δημοκρατικά κόμματα σε δημοκρατικό κράτος.


Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2021

Platonic and Legal World

 

 


                by 

     Andreas Dimitropoulos

         Emeritus Professor, 

Law School, University of Athens

 

1. Studying the Platonic theory of ideas, I found myself in the middle of two conflicting ascertainments. From a philosophical point of view, agreeing with Aristotle - and many others - I could not accept the existence of a second essentially imaginary world of Ideas simultaneous and parallel to the real world. From a legal point of view, however, I could not help but admit that the Platonic theory of Ideas, as a theory of a "world-model", is of particular interest to legal thought. Regardless of its general philosophical value and impact, its importance for legal science must be recognized. The theory of ideas, transferred and adapted to the legal field, as a theory of legal ideas, really has a lot to offer in legal thought. Making it clear that the real world is reflected in the legal space without its imperfections, reformed and embellished, emerges as a powerful tool of legal elaboration. It provides a clear picture of the overall legal structure of its operation, the size and boundaries of the legal space, the relationships and the perpetual interaction of legal regulation and reality. It lays the foundations for a deeper understanding of legal concepts and their relationship to real ideas and the real world.

  The acceptance of the theory of Ideas as a tool of legal thought is anything but a triumph of idealism in the legal field. There is indeed a close relationship between the theory of ideas and legal science. After all, legal thought basically revolves around a "top idea", the idea of ​​justice. It is indeed this innate affinity of Platonism and legal thought that often leads some jurists to an unrealistic legal idealism. Indeed, no one is more prone to idealism than the jurist. The correct approach to Platonism and legal thought is anything but an idealistic explanation of the origin, existence and function of law, the construction or support of an idealistic legal conception. It means much more the correct use of the theory of ideas for the benefit of legal science, which based on a non-idealistic theory of legal concepts, can actually lead to a realistic legal theory. 

 

2. The paternity of the conception of the existence of a separate ethical world - model, "eternal and unchangeable", of the world of ideas, belongs to the founder of idealism, Aristocles, the philosopher with the broad front, Plato. Plato spoke in the State about the place where there are ideas, the meanings and the place where there are the things. The philosopher recognizes two different worlds, the sensible which is variable and is in constant flow according to Heraclitus and the imaginary world, which is unchangeable, that is, the celestial world in which ideas are located. There is therefore a clear hierarchy between the two worlds. The world of ideas precedes and the real follows. 

According to Platonic theory, ideas are archetypal eternals and unchanging models of tangible material things, transcendental entities, which are not perceived by the senses but only by logic. Perceptible objects are the idols of Ideas. According to Plato, ideas do not exist in the terrestrial world, but in a heavenly world of Ideas. Platonic ideas are therefore not "simple concepts" but existing entities. According to Platonic theory, ideas are self-existent entities, independent of reality. The argument that tries to convince about the self-existence of ideas has the peculiarity that it is based on the futility of the opposite version. According to Platonic reasoning, research to identify and define any general pattern makes absolutely no sense if it does not exist. For example, what is the meaning of the definition of justice and what is the benefit of trying to determine if it is only imaginary? According to Plato, it must be accepted that concepts such as justice, virtue, beauty do not exist only in our minds, they are not just concepts. Much more they are entities, which are a special "species" {orαidea) of these and other concepts.  

Platonic ideas are in fact general concepts as Aristotle assures us. Their "ontological upgrade" from Platonic theory is due to their placement in the "heavenly world of ideas" and their rendering of "life", that is, their reduction to existing entities that are eternal and unchanging. Aristotle, as a student of Plato, was taught the theory of ideas, however, not only does he not support it, but he proceeds to a strict critique of this Platonic theory, mainly in his work "After the Natural" (book A, chapter 9). Aristotle points out that Ideas do not cause any movement or change in sentient beings, they have nothing to do with the physical world and its changes. The real cause that makes nature work has absolutely nothing to do with Ideas. Therefore the Platonic Ideas are not useful for explaining the world and they were given too much importance without being worth it. Aristotle's main objection, then, is that Ideas are not autonomous beings and cannot explain the physical world and its changes. If we accept, as Plato argues, that every existing sensible being corresponds to a separate Idea, then, as Aristotle argues, we "double" the beings of the sensible world without it being of any use.   

But also none of Plato's successors defended the theory of Ideas as presented in the Platonic dialogues and each gave different interpretations. Following the critique of the theory of ideas by Aristotle, the thought of Epicurus and many others but also the empirical rules, a world of ideas can not be accepted in parallel with the existing world. The Platonic world is a fantasy world, a world that ultimately does not exist.

 

3. The basic differentiation from the theory of Ideas goes back to the acceptance of the essential sources of law. A prudent idealistic conception should accept that law is a product of the idea of ​​justice. But law is not a product of the idea but of the living reality. Nature and power are the creators, the natural sources of law and the legal world. 

Legal world is the world of legal ideas / concepts, the world of legal rules and legal entities. The idea of ​​the legal world as a world of legal ideas arose from the comparison and finding of "natural kinship", which connects it with the Platonic world of ideas. In other words, it is the "legal world" as a world of legal ideas, a product of philosophical and legal cooperation, from which the latter always benefits mainly from the former. Because legal thought without a philosophical foundation is poor and meteoric. The legal space is indeed an "other area", in which the real world is ethically reflected. The legal world is closely related to the real but different from it and accompanies almost every aspect of our lives. The legislator, bound by the general regulatory principles inherent in the nature of the matter, sets rules of law, organizes and regulates the overall social coexistence. In this way he builds a legal world parallel to the real one. The legislator with the establishment of institutions, the recognition of legal relations, the securing of rights and the imposition of obligations, the direct or indirect definition of legal concepts that do not exist in reality or even concepts different from those corresponding to their real idols, with the "creation" legal formations and creatures of law, constructs an imaginary world of legal ideas / concepts. The legislator does indeed have life-giving power in the formations of the legal world. It is not surprising that all of the above cannot be fully expressed without the appropriate verbal investment. The legal field is an area in which - as is the case in other sciences or other special areas - a "special language" is spoken, where many "common words" take on a very different content, an area where legal experts are created. needs of technical terms (terminus technicus) of special legal terminology with a specified specific semantic load capable of the legal translation of the real world

 

4. The natural affinity of the Platonic and legal worlds highlights the usefulness of the theory of ideas for legal science, which proves useful for the foundation, organization and orientation of legal thought. From the first contact with the Platonic theory of ideas, the jurist realizes the close relationship that exists between the world of ideas and the legal world. Despite their great differences, there are common features between them. The characteristics of the world of ideas immediately seem very familiar to the legal. But also the brief reference to the legal world and its characteristics, refers to the Platonic world of ideas. Many of the characteristics of the world of ideas match the particularities of legal science, serve and aid legal thought.

 

- Like the Platonic, the legal world refers to the real world without which they have no meaning. Each of them necessarily "coexists" in parallel with the real. Legal and real world are two "parallel worlds". 

- The legal world, like the Platonic world, is an imaginary world, conceivable. Both the legal and the Platonic are both worlds of ideas, imaginary worlds. But at the same time they are ideal worlds, model worlds.

- Both consist of ideas, of general concepts. 

- The legal world is the world of perfection, the world of standards, just like the Platonic world of ideas. 

 

5. The conclusion that the world of ideas is, after all, an imaginary world, in no way precludes the establishment of the existence of the legal world, the main creator of which is the legislator. The first big difference between the Platonic and the legal world concerns their existence. The first does not exist, while the second is real, it is present here and indisputable. The world of ideas may not exist, as Plato imagined, but there is the legal order and the imaginary legal world. The existence of the legal world is self-evident and indisputable. Thus the legal world differs and has an advantage over the Platonic world of ideas. There is a capital difference between them.

The legal world is conceivable but not imaginary. There is no doubt that it exists in parallel with the real world in which we live. The legal world exists not in some imaginary or any other space, but here in the pre-legal world it exists, for example, through the visible action of legal formations. agmatic space parallel to and simultaneously towards it. The existence of the legal world distinct and different from the real world is indisputable. This existence is largely synonymous with legal force. Rules of law acquire legal breath through force and many formations of legal life with their recognition by law. In the legal world, legal life unfolds simultaneously and in parallel with real life, but there is also legal death. The legal world exists because and in the way that there is law. His condition, his presence becomes strongly visible mainly in cases of delinquency. Because it exists precisely if you violate it you will be punished. The legal world, although imaginary, exists, it is not "heavenly" but it is here parallel to the real, it is not independent of it, it is inextricably linked to it. 

The world of law is the world of due diligence and the real world is. Real-world persons and things have their respective legal idols. Almost everything that exists is "reflected" in the legal sphere. The legal world is the regulatory functional set, which as such does not fall into our senses but is perceived by the mind. It is therefore an imaginary world. The legal world consisting of ideas, standards, general and abstract concepts is not perceived by the senses and is not in the real but in the imaginary spiritual world.

Although as an abstract concept the whole legal world is not perceived through the senses, the effects of non-compliance with its requirements are visible in everyday reality. While he himself as a whole general and abstract belongs to the spiritual realm, manifestations from specific cases of its application are visible in the real realm. 

Jurisprudence is faced with two worlds, the real and the legal, law and things, reality. Law and reality are the two poles to which legal thought must simultaneously turn. It thus seems at first sight to be based on a dualistic basis, such as that of Platonic dualism. But the confrontation of the two worlds of the legal and the real must not lead to either legal dualism or legal idealism. The parallel management of law and reality in legal processing is certainly not without difficulties. The lawyer can very easily turn in one direction or the other. The jurist should not be led to dualism but to the monistic synthesis of a real and legal element. Not to look exclusively at the legal world and the declared content of the rule of law, thus joining the positivist school and following a positivist or even idealistic interpretation, ignoring reality. It is legal monism that helps to properly deal with the relationship between law and reality. According to a monotheistic legal approach, law and reality, on the one hand, are distinct on the other hand and are inseparable as they are integral parts of a single whole. Just like one thing and its shadow. The legal world is completely dependent on the real world. These two worlds are not independent of each other, but are integral parts of a larger unity. Properly, justice and reality are inextricably linked. They are two subsets of a larger set. The legal world is not understood without a view of the real world. It is not exclusively a brain creation but was created in view of a specific reality. 

 

6. Based on the fundamental position of Socratic thought on the definitions of concepts, Plato went much further by constructing the theory of ideas. Belief in Ideas that exist in a separate world constitutes what is known as the "Platonic Theory of Ideas". 

Just as the world of ideas is made up of ideas, so the world of legal ideas is made up of legal ideas, concepts. In other words, the legal space is the space in which legal entities, legal ideas, concepts exist and operate. In both cases - the Platonic and the legal world - these are basically general concepts. Concept refers to reality, to the things around us, and legal concepts to things in the legal world. Legal concepts are the "component" of the legal world. 

   (a) The term "concept" expresses a minimal semantic unit, a unit of knowledge.  

 (b) The concept itself does not really exist. It is an inner semantic unit - image, which is (inside) our mind, en-on (en-meaning). The understanding of people is that with words they perceive exactly or approximately the same images, which they see with the eyes of the mind. 

 (c) The breadth of a concept is the number of similar things it contains. 

  (d) The depth of a concept is its essential features, which are common to all the similar things to which it refers. 

According to Th. North (Logical) meaning is a universal representation, which includes the main features of one or more objects, with which their essence is expressed. In terms of width and depth, a concept is the set of main features of a set of similar objects, specific (eg man, building, triangle, tree) or abstract (eg time, justice, bravery), as well as the permanent and definite image (representation). , formed in our minds by them.

 

The great question of the more specific definition, that is, the definition of concepts, was first posed by Socrates and belongs together with dialectics to his valuable contributions to human thought and philosophy. Socrates argued - according to Plato, Aristotle and Xenophon - that there is no point in discussing moral issues, such as how to act justly, or aesthetic issues, e.g. if a thing is beautiful or ugly, unless the meaning of the words "justice" and "beauty" has been previously defined. Without this (pre) definition we do not know exactly the subject of the discussion because the interlocutors may have different representations and give different conceptual content to the same words. The (pre) definition, that is, the definition of concepts, provides the criteria by which it is possible to evaluate acts and objects. This claim seems partly true. Indeed, the truth of the Socratic assertion concerns only the special scientific fields, but not the general, common use of words. Words in the context of specific sciences or in other specific areas acquire more specific content, acquire specialized semantic charge, and often change into technical legal terms. For example, the word law, justice definitely need a definition in the context of legal science. But the same is not true for the common use of words in everyday life. The common or general use of words does not need any (predefined) definition. Words, as verbal clothing of nouns, have a semantic core and a semantic periphery. The "hard" semantic core of words remains essentially unchanged and is perceived by the average, non-specialist person who feels and understands the content of words without the need for any prior definition. Otherwise it would be extremely difficult if not impossible to simply communicate between people.

 

7. The Platonic ideas according to their inspirer exist in a world separate in a world different from the one in which we live. in the world of ideas. The result of the creation of the parallel to the real, legal world is that the citizen of every state, of every organized society lives simultaneously within these two parallel worlds, on the one hand in reality and on the other hand within the framework of the overall legal regulation. The coexistence of these two parallel worlds is of particular importance to legal science. The idea of ​​the right, of the perfect, of the model, governs both the Platonic world of ideas and the legal world, is inherent in the nature of both, establishing an inseparable bond between them, which automatically refers to each other. The meaning of the model belongs to this very nature of law, as right and the rule of law, which indicates the "straight" that is not the wrong, the right and not the wrong. The conceivable "infallible" "eternal" model of the legal world, the "legal idea" indicates and illuminates the real world. The legal world is, like the Platonic world of ideas, free from the imperfections of the real world, a model to which the real world must adapt. It is an imaginary world but also an ideal one. It is, in the judgment of the legislator, "perfect world", exemplary, "model world". The legislator acts like the painter, who paints the portrait of the real world, removing the spots, the wrinkles, the unnecessary weight and any other imperfection that aggravates or tarnishes his image. Ultimately the legislator designs an exemplary copy of the real world. The individual regulatory interventions added, constitute an exemplary set. An exemplary picture of reality. What is commonly said, that law regulates social coexistence, means precisely that it creates some models which together compose an exemplary world. For example, the organizational part of constitutional law describes a model of the state, such as the provisions on the social rule of law that regulate a specific model of state organization and operation. At the same time, the set of provisions referring to constitutional rights describes the model of a citizen. legislator establishes the constitutional model of the free man. Law creates models for the real world. The legislator with prohibitive and other provisions creates standards of behavior, standardized forms of behavior. The legal world is an exemplary world, a model, a beacon that illuminates the real world. These standard images are Ideal, they do not exist in reality themselves, but in the mind, in the mind, as concepts, they are understood, that is, they are conceivable, abstract ideas that are not perceived through the senses but only with logic, with the mind. .