Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2014

Το Συνταγματικό Πλαίσιο της «Συγχώνευσης» Ανεξάρτητων Αρχών


Ή

«Συγχώνευση» Ανεξάρτητων Αρχών και Σύνταγμα

 

Ανδρέας Γ. Δημητρόπουλος / Γεώργιος Α. Δημητρόπουλος*

 
Δημοσιεύθηκε στην ΕΔΔΔ 2011 τευχ3 σ. 570 επ.












 

 

Εισαγωγή

Μετά από μια μακρά περίοδο ακατάσχετης ίδρυσης διοικητικών μονάδων κάθε είδους, ο νομοθέτης προβαίνει υπό το δημοσιονομικό βάρος της συντήρησης της πληθώρας των οργανισμών σε έναν εξορθολογισμό της διοικητικής δομής. Την αρχή έκανε ο λεγ. Καλλικράτης,[1] με βάση τον οποίο μειώνονται δραστικά οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης α’ και β’ βαθμού, ενώ προωθείται και σχέδιο περαιτέρω συνένωσης Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου όπως Πανεπιστημίων, Νοσοκομείων, αλλά και οργανισμών που υπάγονται απευθείας στο νομικό πρόσωπο του κράτους, όπως οι Ανεξάρτητες Αρχές.

Το παρόν άρθρο στοχεύει κατά βάση στην απάντηση του ερωτήματος, εάν είναι δυνατή η συγχώνευση συνταγματικά προβλεπόμενων ανεξάρτητων αρχών,[2] θέτει όμως παράλληλα ένα γενικότερο πλαίσιο, που μπορεί να χρησιμεύσει και για την απάντηση του ζητήματος συνταγματικότητας της συγχώνευσης ανεξάρτητων αρχών γενικά, αλλά και περαιτέρω δημόσιων φορέων.

Αρχικά αναλύεται η οργανωτική εξουσία του νομοθέτη όπως περιορίζεται από το πλαίσιο που τίθεται από το Σύνταγμα (υπό Α.). Αναπτύσσεται έπειτα η οργανωτική εξουσία του νομοθέτη στις διατάξεις για τις ανεξάρτητες αρχές (υπό Β.) και τέλος η επήρρεια της αρχής του κράτους δικαίου στην οργάνωση των ανεξάρτητων αρχών (υπό Γ.).

 

Α. Σύνταγμα και οργανωτική εξουσία του νομοθέτη

1. Η έννοια της συγχώνευσης

 Οι ανεξάρτητες αρχές δεν αποτελούν ξεχωριστά νομικά πρόσωπα. Δεν είναι ΝΠΔΔ, αλλά υπάγονται στο νομικό πρόσωπο του Κράτους[3] και αποτελούν τμήμα της άμεσης διοίκησης. Τίθεται επομένως το ερώτημα σε τί αναφέρεται η έννοια της «συγχώνευσης». Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν πρόκειται για συγχώνευση με την έννοια του εταιρικού δικαίου, αλλά για κατάργηση φορέων που υπάγονται στο νομικό πρόσωπο του κράτους και ενσωμάτωσή τους σε έναν ενιαίο φορέα, την ενοποίησή τους σε μία ενιαία οργανωτική μονάδα εντός του νομικού προσώπου του κράτους.

2. Ο διφυής χαρακτήρας της συνταγματικής προστασίας και το «λεκτικό κριτήριο»

Η συνταγματική κατοχύρωση είναι διφυής, υποκειμενική και αντικειμενική-θεσμική. Η σύσταση Ανεξάρτητων Αρχών αναφορικά προς τη προστασία συγκεκριμένων δικαιωμάτων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της διπλής αυτής συνταγματικής φύσης. Ο συντακτικός νομοθέτης κατοχυρώνει συνταγματικά δικαιώματα, αλλά ταυτόχρονα και τις «ανεξάρτητες αρχές» ως συνταγματικό θεσμό.[4]  Καθιερώνει συνταγματικά δικαιώματα και ταυτόχρονα διαμορφώνει τον κατάλληλο για τη προστασία τους συνταγματικό θεσμό. Από τον διφυή χαρακτήρα της συνταγματικής κατοχύρωσης (λειτουργικό-τυπικό) προκύπτει, ότι δεν είναι δυνατή η συναγωγή επιχειρημάτων υπέρ ή κατά της δυνατότητας του νομοθέτη να συγχωνεύει περισσότερες συνταγματικά προβλεπόμενες ανεξάρτητες αρχές, βασιζομένων στην υποκειμενική ή αντικειμενική φύση της συνταγματικής ρύθμισης. Το Σύνταγμα στις σχετικές διατάξεις κατοχυρώνει δικαιώματα για την προστασία των οποίων επιλέγει την ειδική οργανωτική μορφή της «ανεξάρτητης αρχής», προβαίνοντας έτσι σε συγκερασμό του λειτουργικού και τυπικού κριτηρίου. Στο κατά τα παραπάνω συνταγματικό πλαίσιο της διφυούς προστασίας δεν ενδείκνυται η υποστήριξη της θέσεως, ότι η συγχώνευση είναι δυνατή επειδή πρόκειται για κατοχύρωση δικαιώματος (και όχι θεσμού) ή αντίθετα ότι δεν είναι δυνατή επειδή πρόκειται για κατοχύρωση θεσμού.  Ο γενικός κανόνας που θέτει ο συντακτικός νομοθέτης για όλες τις περιπτώσεις είναι η ύπαρξη ανεξάρτητης αρχής.

 

3. Η Οργανωτική Εξουσία. Γενική συνταγματική πρόβλεψη και ίδρυση οργανωτικών μορφωμάτων

 

Η συγχώνευση Ανεξάρτητων Αρχών είναι θέμα οργανωτικό. Κατά συνέπεια η απάντηση στα ερωτήματα που τίθενται προϋποθέτει την αναφορά στην οργανωτική εξουσία, τα υποκείμενα, το περιεχόμενο και τον τρόπο άσκησή της.  Στο περιεχόμενο της οργανωτικής εξουσίας ανήκει κυρίως η σύσταση ή κατάργηση (επομένως και η συγχώνευση) οργάνων και γενικότερα οργανωτικών μορφωμάτων, όπως επίσης η σύσταση και ανάθεση αρμοδιοτήτων. Επομένως το περιεχόμενο της οργανωτικής εξουσίας είτε είναι «οργανικό» ως αναφερόμενο σε οργανωτικά μορφώματα είτε «ουσιαστικό» ως αναφερόμενο στην «ύλη», στις αρμοδιότητες των οργάνων. Παράλληλα η οργανωτική εξουσία αναφέρεται στο πεδίο και των τριών Κρατικών Εξουσιών, της Νομοθετικής, της Δικαστικής και της Εκτελεστικής, καθόσον οργανωτικά μορφώματα είναι αναγκαία, υπάρχουν και λειτουργούν και στις τρείς αυτές περιοχές.

Η οργανωτική εξουσία ασκείται σε πλαίσιο ιεραρχικής συνεργασίας από τον συντακτικό νομοθέτη, τον κοινό νομοθέτη αλλά και από την εκτελεστική εξουσία. Ο συντακτικός νομοθέτης θέτει τις βάσεις της κρατικής οργάνωσης (θεσμικό ελάχιστο) πάντοτε μέσα στο πλαίσιο της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών. Ο τρόπος και οι λεπτομέρειες της κρατικής οργάνωσης – εφόσον δεν προκύπτουν από τη συνταγματική διάταξη – ανήκουν στον κοινό νομοθέτη. Τις σχέσεις συντακτικού και κοινού νομοθέτη κατά την άσκηση της οργανωτικής εξουσίας θέτει η αρχή του «θεσμικού ελαχίστου».  Ο συντακτικός νομοθέτης θέτει τις βάσεις της οργάνωσης και ό,τι δεν ορίζει ο ίδιος ορίζεται από τον κοινό νομοθέτη. Η οργανωτική ελευθερία του κοινού νομοθέτη εξαρτάται και καθορίζεται από τα περιθώρια, που επιτρέπει ο συντακτικός νομοθέτης.

Ειδικότερα όσον αφορά το «οργανικό περιεχόμενο» της οργανωτικής εξουσίας ιδιαίτερης σημασίας είναι η διάκριση ανάμεσα στη «γενική πρόβλεψη» και την «ίδρυση» του οργανωτικού μορφώματος.  Η εμπεριεχόμενη στο Σύνταγμα «γενική πρόβλεψη οργανωτικού μορφώματος» είτε δεν συνδέεται με συγκεκριμένη οργανωτική συγκεκριμενοποίηση (ευρεία, ανεξάρτητη) είτε συνδέεται άμεσα με συγκεκριμένη οργανωτική μορφή (στενή, εξαρτημένη).

Κατά τη πρώτη μορφή γενικής οργανωτικής πρόβλεψης (ευρεία) προβλέπεται συνταγματικά η ύπαρξη οργανωτικού μορφώματος ανεξάρτητα από την ειδικότερη οργανωτική του συγκεκριμενοποίηση, π.χ. μπορεί να οργανώνεται είτε στην άμεση είτε στην έμμεση διοίκηση, εις δε την άμεση διοίκηση είτε με τη μορφή περισσότερων αυτοτελών οργανωτικών μονάδων ή με τη μορφή περισσότερων τμημάτων της ίδιας οργανωτικής μονάδος, π.χ. των υπηρεσιών ενός υπουργείου. Η επιλογή της ειδικότερης οργανωτικής μορφής ανήκει  στην οργανωτική εξουσία του «οργανωτή-Νομοθέτη», ο οποίος είναι κατά το Σύνταγμα αρμόδιος να επιλέξει το οργανωτικό σχήμα που θεωρεί καταλληλότερο, αποδοτικότερο για τις συγκεκριμένες συνθήκες, όπως επίσης και να το μεταβάλλει εφόσον αλλάξουν οι συνθήκες αυτές.

Η δεύτερη μορφή γενικής οργανωτικής πρόβλεψης (στενή) στενεύει την οργανωτική ελευθερία του νομοθέτη και υπάρχει στις περιπτώσεις άμεσης επιταγής του συντακτικού νομοθέτη, η οποία εμπεριέχει εκφρασμένη επιλογή του οργανωτικού σχήματος, σαφή σύνδεση συγκεκριμένης αρμοδιότητας με συγκεκριμένη οργανωτική μορφή και ιδιαίτερα σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η causa μιας τέτοιας σύνδεσης είναι εμφανής.

Και οι δύο αυτές περιπτώσεις συνταγματικής ρύθμισης  παρά τις διαφορές τους  έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα ότι το Σύνταγμα γενικά προβλέπει τα οργανωτικά μορφώματα δεν προβαίνει όμως σε ίδρυση οργανωτικού μορφώματος. Πρόκειται δηλαδή για μια γενική συνταγματική καταγραφή, για συνταγματική ρύθμιση που δεν έχει τον χαρακτήρα «της πράξης γένεσης», της «πράξης δημιουργίας» και με αυτή την έννοια της «ληξιαρχικής πράξης» του συγκεκριμένου οργανωτικού μορφώματος. Το Σύνταγμα προβλέπει γενικά την ύπαρξη όχι όμως και τη δημιουργία του οργάνου και γενικότερα του μορφώματος. Στις περιπτώσεις αυτές δημιουργός του οργανωτικού μορφώματος είναι ο κοινός νομοθέτης. Στις περιπτώσεις αυτές κατά κανόνα – εκτός αν υπάρχει ρητή αντίθετη ρύθμιση- ο κοινός νομοθέτης μπορεί να τροποποιήσει να συγχωνεύσει ή να καταργήσει το οργανωτικό μόρφωμα, ακριβώς διότι η δημιουργία του -και η διατήρησή του- ανήκουν στην οργανωτική εξουσία του.   

 Οι περιπτώσεις γενικής οργανωτικής πρόβλεψης διαφέρουν από τις περιπτώσεις ίδρυσης οργανωτικών μορφωμάτων, στις οποίες το οργανωτικό μόρφωμα νομικά συν-γεννάται και συν-δημιουργείται με το ίδιο το Σύνταγμα. Στις περιπτώσεις αυτές η δημιουργία του οργανωτικού μορφώματος δεν απαιτεί τη μεσολάβηση του κοινού νομοθέτη  αλλά γίνεται από τον ίδιο τον συντακτικό νομοθέτη. Κατά συνέπεια η κατάργηση (συγχώνευση κλπ) του οργανωτικού μορφώματος δεν ανήκει στην οργανωτική εξουσία του κοινού νομοθέτη.

Για την απάντηση στο ερώτημα, αν συγκεκριμένη συνταγματική ρύθμιση εμπεριέχει γενική πρόβλεψη ή ίδρυση οργανωτικού μορφώματος  ιδιαίτερη σημασία έχει το   «γραμματολογικό» ( «λεκτικό) κριτήριο:

 

Β. Ανεξάρτητες αρχές και οργανωτική εξουσία του νομοθέτη

1. Η συγχώνευση Ανεξάρτητων Αρχών ως ζήτημα Οργανωτικής Εξουσίας

 

Η συγχώνευση Ανεξάρτητων Αρχών  αναφερόμενη στην υπόσταση οργανωτικών μορφωμάτων είναι ζήτημα οργανωτικό, ζήτημα αναγόμενο στην οργανωτική εξουσία, ειδικότερα στο πεδίο της εκτελεστικής εξουσίας. Το ερώτημα που τίθεται – αν μπορεί ο νομοθέτης να συγχωνεύσει συνταγματικά προβλεπόμενες ανεξάρτητες αρχές -  αναφέρεται στην οργανωτική εξουσία του κοινού νομοθέτη και τις σχέσεις του με το Σύνταγμα, τη σύμπραξη συντακτικού και κοινού νομοθέτη κατά την άσκηση της οργανωτικής εξουσίας. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν απαραίτητο – για κάθε συγκεκριμένη αναφερόμενη σε ανεξάρτητες αρχές συνταγματική ρύθμιση - είναι να διακριβωθεί αν περιέχει γενική οργανωτική πρόβλεψη ή ίδρυση ανεξάρτητης αρχής. Για την απάντηση στο συγκεκριμένο θέμα έχει ιδιαίτερη σημασία η λεκτική διατύπωση των συνταγματικών διατάξεων και επομένως η γραμματολογική  ερμηνεία παίζει καθοριστικό ρόλο.

Πράγματι, οι λεκτικές διατυπώσεις των διατάξεων, που αφορούν τις ανεξάρτητες αρχές διαφέρουν. Αλλού μιλά το Σύνταγμα για ανεξάρτητη αρχή, αλλού αναφέρεται το όνομα της αρχής, αλλού ορίζονται ακριβώς οι αρμοδιότητές της. Εύκολα θα μπορούσε να υποστηριχθεί η διαφοροποίηση στη μια ή στην άλλη περίπτωση.

 

2. Συνταγματικά κριτήρια οργάνωσης των από το Σύνταγμα προβλεπόμενων ανεξάρτητων αρχών

 

Η απάντηση στο ερώτημα της δυνατότητας συγχώνευσης συνταγματικά προβλεπόμενων ανεξάρτητων αρχών συνδέεται με τον τρόπο άσκησης της οργανωτικής εξουσίας από τον συντακτικό νομοθέτη, από τον οποίο σε τελική ανάλυση καθορίζεται η άσκηση της οργανωτικής εξουσίας του κοινού νομοθέτη. Η άσκηση της οργανωτικής εξουσίας από τον συντακτικό νομοθέτη εμφανίζεται στις επιμέρους διατάξεις που προβλέπουν τις ανεξάρτητες αρχές με τις εξής μορφές:

α) Πρόβλεψη αρμοδιοτήτων

β) Γενική πρόβλεψη του είδους του φορέα

γ) Ίδρυση συγκεκριμένου φορέα

Κατά την εδώ υποστηριζόμενη άποψη, όταν συντρέχουν τα κριτήρια α) και β) είναι δυνατή η συγχώνευση, διότι ο φορέας δεν έχει ιδρυθεί από τον συντακτικό νομοθέτη. Αντίθετα δεν είναι δυνατή η συγχώνευση των φορέων που ιδρύονται απευθείας από το Σύνταγμα. Απαραίτητη είναι επομένως η in concreto εξέταση κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης ώστε να διακριβωθεί η βούληση του συντακτικού νομοθέτη για κάθε μια από τις ανεξάρτητες αρχές.

3. Δύο κατηγορίες ανεξάρτητων αρχών

 

Με βάση τα κριτήρια που τέθηκαν υπό Β.2. μπορεί να γίνει μία κατηγοριοποίηση των ανεξάρτητων αρχών σε δύο επιμέρους κατηγορίες:

Από τη μία πλευρά, υπάρχουν δύο ανεξάρτητες αρχές που πληρούν τα δύο πρώτα κριτήρια. Πρόκεται για την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ), την Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) και το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ). Υπάρχουν, από την άλλη πλευρά, ανεξάρτητες αρχές που πληρούν και τα τρία κριτήρια. Πρόκειται για το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) και τον Συνήγορο του Πολίτη.

Προκειμένου να καταστεί αυτό σαφές, πρέπει να γίνει γραμματική ερμηνεία των επιμέρους συνταγματικών διατάξεων. Το άρθρο 9Α του Συντάγματος ορίζει ότι «η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει». Όπως προκύπτει από τη διατύπωση αυτή ο συντακτικός νομοθέτης δεν αναθέτει την προστασία των προσωπικών δεδομένων σε συγκεκριμένη αρχή, αλλά η αρμοδιότητα αυτή που αφορά την προστασία των προσωπικών δεδομένων μπορεί να ανατεθεί σε ανεξάρτητη αρχή, η οποία θα ασκεί μόνη αυτή την αρμοδιότητα ή και μαζί με άλλες. Προβλέπεται η άσκηση αρμοδιότητας, προβλέπεται γενικά το είδος του φορέα που θα ασκήσει την αρμοδιότητα, δεν προβλέπεται όμως ο συγκεκριμένος φορέας. Στο πλαίσιο αυτό, ο νομοθέτης έχει προβεί στην ίδρυση της  ΑΠΔΠΧ κατά το άρθρο 9Α εδ. β’ Σ. Όμοια με αυτή του άρθρου 9Α Σ είναι και η διατύπωση του άρθρου 19 παρ. 2 Σ, με βάση το οποίο έχει ιδρυθεί η ΑΔΑΕ, καθώς και η διατύπωση του άρθρου103 παρ. 7 Σ, στη βάση του οποίου έχει ιδρυθεί το ΑΣΕΠ.

Διαφορετική είναι η συνταγματική κατοχύρωση του ΕΣΡ και του Συνηγόρου του Πολίτη. Οι ανεξάρτητες αρχές της κατηγορίας αυτής εξαιρούνται της οργανωτικής εξουσίας του κοινού νομοθέτη ως προς τη συγχώνευσή τους.  Ο συντακτικός νομοθέτης προβλέπει στο άρθρο 15 παρ. 2 εδ. β’ Σ όχι μόνο «αποκλειστική αρμοδιότητα», όχι μόνο τη νομική φύση (ανεξάρτητη αρχή), αλλά και την ονομασία «Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης» και το περιεχόμενο των αρμοδιοτήτων («έλεγχος και επιβολή διοικητικών κυρώσεων»). Ενώ οι ανωτέρω αναφερθείσες διάταξεις αναθέτουν την άσκηση αρμοδιότητας των προσωπικών δεδομένων σε ανεξάρτητη αρχή, δηλαδή προβλέπουν τη νομική φύση (ανεξάρτητη αρχή) όχι όμως και τον συγκεριμένο φορέα, στην περίπτωση του ΕΣΡ, η ανεξάρτητη αυτή αρχή ιδρύεται απευθείας από το Σύνταγμα. Πληρούται επομένως και το τρίτο υπό Β.1. κριτήριο. Το ίδιο ισχύει και στο πλαίσιο του άρθρου 103 παρ. 9 Σ, με βάση το οποίο ιδρύεται η ανεξάρτητη αρχή Συνήγορος του Πολίτη, ο οποίος κατονομάζεται από το Σύνταγμα και η ονομασία του τίθεται εντός εισαγωγικών στο ίδιο το συνταγματικό κείμενο.

Η έννοια της ίδρυσης βρίσκεται και σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος. Κυρίως σε αυτές που αναφέρονται στα ανώτατα δικαστήρια, στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, τον Αρειο Πάγο, το Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ελεγκτικό Συνέδριο. Το Σύνταγμα όχι μόνο προβλέπει τις αντίστοιχες λειτουργίες, αλλά και τα αντίστοιχα συνταγματικά όργανα-δικαστήρια για την άσκηση των συγκεκριμένων λειτουργιών.[5]

 

Γ.  Η αρχή της ορθολογικής κατανομής των αρμοδιοτήτων

 

Τίθεται περαιτέρω το ερώτημα, κατά πόσο είναι συνταγματική η συγχώνευση των τριών αρχών της δεύτερης κατηγορίας. Η απάντηση δίνεται από την συνταγματική αρχή του κράτους δικαίου. Η αρχή αυτή έχει περισσότερες εκφάνσεις. Το περιεχόμενο της αρχής του κράτους δικαίου είναι  μεν τυπικού χαρακτήρα, καθόσον αναφέρεται στην ύπαρξη δικαίου και διαδικασιών στην κρατική οργάνωση. Όμως η δικαιοκρατική αρχή έχει και ουσιαστική διάσταση, η οποία ανάγεται στο περιεχόμενο των κανόνων και την άσκηση δημόσιας εξουσίας[6]. Στη συνταγματική αρχή του κράτους δικαίου ενυπάρχει αξίωση εξορθολογισμού της άσκησης εξουσίας.[7] Από αυτήν, συνάγεται και η αρχή της οργάνωσης της δημόσιας διοίκησης με τρόπο, που να ανταποκρίνεται στις λειτουργίες της[8] και συνεπώς και η υποχρέωση ορθολογικής κατανομής των αρμοδιοτήτων της διοίκησης από τον νομοθέτη.[9] Ως προς τη συγχώνευση ανεξάρτητων αρχών, η αρχή του κράτους δικαίου επιβάλλει την ύπαρξη κάποιας λειτουργικής συνάφειας των συγχωνευόμενων αρχών. Με βάση αυτή την επιταγή, δεν μπορούν να ανατίθενται σε έναν φορέα αρμοδιότητες ουσιωδώς διαφορετικές από αυτές για τις οποίες έχει συσταθεί. Είναι δυνατή η συγχώνευση ανεξάρτητων, και γενικότερα διοικητικών, αρχών με όμοιο ρυθμιστικό αντικείμενο. Ως προς τη συγχώνευση, η αρχή του κράτους δικαίου επιβάλλει την ύπαρξη κάποιας έστω  λειτουργικής συνάφειας των συγχωνευόμενων αρχών. Επομένως δεν μπορούν να συγχωνευθούν το ΕΣΡ και ο Συνήγορος του Πολίτη.

Η αρχή της ορθολογικής κατανομής των αρμοδιοτήτων ισχύει και θα πρέπει να εφαρμόζεται και όσον αφορά τη συγχώνευση μη συνταγματικά προβλεπόμενων ανεξάρτητων αρχών, αλλά και άλλων διοικητικών μονάδων.[10]

Συμπέρασμα – Πρόταση

Εκεί όπου ιδρύονται από το Σύνταγμα ανεξάρτητες αρχές δεν επιτρέπεται η συγχώνευση. Εκεί όπου προβλέπει το Σύνταγμα αρμοδιότητες ή γενικά το είδος του φορέα είναι δυνατή η συγχώνευση. Εκεί όπου είναι δυνατή η συγχώνευση εφαρμόζεται η αρχή του κράτους δικαίου ως αρχή της ορθολογική κατανομής των αρμοδιοτήτων.

Επομένως δεν μπορούν με βάση το Σύνταγμα γενικά να συγχωνευθούν το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης και ο Συνήγορος του Πολίτη καθώς ιδρύονται ευθέως από αυτό. Αντίθετα, μπορούν να συγχωνευθούν η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, η Αρχή Διαφύλαξης Απορρήτου Επικοινωνιών και το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού. Με βάση την επιταγή της ορθολογικής κατανομής αρμοδιοτήτων, μπορούν μόνο να συγχωνευθούν η ΑΠΔΠΧ με την ΑΔΑΕ, καθώς αυτές ασκούν συναφείς αρμοδιότητες σε συναφή πεδία.



* Ο Ανδρέας Δημητρόπουλος είναι Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, Δικηγόρος. Ο Γεώργιος Δημητρόπουλος είναι Δ.Ν. Πανεπιστημίου Χαϊδελβέργης, LL.M. (Heidelberg), Δικηγόρος.
Το παρόν άρθρο προέκυψε από ερώτημα του Προέδρου της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Χρήστου Γεραρή, προς τους τακτικούς Καθηγητές των Νομικών Σχολών της χώρας αναφορικά με τη δυνατότητα συγχώνευσης των συνταγματικά προβλεπόμενων Ανεξάρτητων Αρχών.
[1] N. 3852/2010 (Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης − Πρόγραμμα Καλλικράτης).
[2] Βλ. γενικά για τις ανεξάρτητες αρχές Γρηγόρη Λαζαράκο, Ανεξάρτητες Αρχές. Ο ρόλος και η σημασία τους, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2010.
[3] Βλ. Ανδρέα Δημητρόπουλο, Σύστημα Συνταγματικού Δικαίου (2011) σ. 140 επ. 144.
[4] Βλ. άρθρο 101 του Συντάγματος καθώς και τα άρθρα που αφορούν τις επιμέρους ανεξάρτητες αρχές
[5] Δεν ισχύει αντίθετα αυτό όσον αφορά το Υπουργείο Συντονισμου όπως υπονοείται από το άρθρο 73 παρ.5 Σ, ως προς το οποίο το κρίσιμο είναι η ύπαρξη της αντίστοιχης λειτουργίας που προβλέπεται στο συνταγματικό κείμενο.
[6] Βλ. Ανδρέα Δημητρόπουλο, Σύστημα Συνταγματικού Δικαίου (2011) σ. 1740 επ.
[7] Βλ. Eberhard Schmidt-Aßmann, Das allgemeine Verwaltungsrecht als Ordnungsidee, Springer, Belin, Heidelberg, New York 2004, σελ. 84 επ.
[8] «Grundsatz einer aufgabengerechten Organisation». Βλ. Eberhard Schmidt-Aßmann, Verwaltungsorganisationsrecht als Steuerungsressource, σε: ο ίδιος/Wolfgang Hoffmann-Riem (επιμ.), Verwaltungsorganisationsrecht als Steuerungsressource, Nomos, Baden-Baden 1997, σελ. 9 (40 επ.).
[9] Αντίστοιχη αρχή ενυπάρχει και στο πλαίσιο της οργάνωσης της δικαιοσύνης από τον νομοθέτη. Βλ. σχετικά ΣτΕ (Ολ.) 1/2008. Για την επισήμανση αυτή θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τον Επίκουρο Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθήνων κ. Σπύρο Βλαχόπουλο.
[10] Στη Γερμανία συγχωνεύθηκαν περισσότερες αρχές που ασχολούνταν με τη μεμονωμένη ρύθμιση περισσότερων δικτύων σε μία «Ομοσπονδιακή Αρχή Δικτύων» (Bundesnetzagentur). Βλ. σχετικά με αυτή Markus Ludwigs, Die Bundesnetzagentur auf dem Weg zur Independent Agency? Europarechtliche Anstöße und verfassungsrechtliche Grenzen, Die Verwaltung 44 (2011), σελ. 41 επ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου