Κυριακή 10 Μαΐου 2020

Στη Μάνα ... Το τελευταίο Αντίο


      Α΄
      Υπάρχουν πράγματι κορυφαίες στιγμές στη ζωή του ανθρώπου, στιγμές που αποκτούν τραγικό χαρακτήρα όταν συνδέονται με τον θάνατο δικών μας προσώπων.  Μια από αυτές τις στιγμές ζούμε και εμείς σήμερα. Όταν άρχισα να γράφω τον τελευταίο χαιρετισμό, σταμάτησε, πάγωσε το μυαλό μου. 'Ημουν βέβαιος ότι δεν θα τα καταφέρω. Γνωρίζεις μάνα ότι - όπως άλλωστε και συ - δεν μου είναι εύκολο να μιλώ από χειρόγραφο. Σήμερα δεν μπορούσα να κάνω αλλοιώς. Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ, ότι θα χρησιμοποιούσα όσα μου έμαθες για να σου γράψω τον επικήδειο. Είναι δύσκολο να γράψεις ένα επικήδειο. Ακόμη περισσότερο όταν πρόκειται για μια μάνα σαν και σένα. Δεν είναι εύκολο πράγμα  να σκιαγραφήσεις με λίγες λέξεις μια προσωπικότητα όταν μάλιστα είσαι συνέχειά της. Δεν είναι εύκολο να σκιαγραφήσεις  μια ζωή, όταν μάλιστα σε μεγάλο μέρος πρόκειται για  τη δική σου ζωή. Έχω λοιπόν έντονη την αίσθηση ότι θα σε αδικήσω. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά. Θα είναι όμως η τελευταία. Η ώρα του θανάτου είναι ώρα οδύνης και σπαραγμού. Είναι όμως και ώρα περίσκεψης και διαλογισμού. Είναι ώρα απολογισμού αλλά και προγραμματισμού. Αφορά το παρελθόν αλλά και το μέλλον. Δεν αναφέρεται μόνο σε αυτόν που έφυγε αλλά και σε αυτούς που μένουν και στη δική μας συμπεριφορά. Γι αυτό δεν είναι μόνο ώρα αποχωρισμού αλλά και συνένωσης. Είναι βέβαιο ότι ο θάνατος χωρίζει. Είναι όμως εξίσου βέβαιο ότι με ένα άλλο τρόπο μας ενώνει.  Με την αφορμή του θανάτου μας δίνεται η ευκαιρία μεταφυσικής ενατένισης. Μας βοηθά να προσεγγίσουμε τη μετά θάνατο ζωή αλλά να δούμε και την επήγεια ζωή με άλλο μάτι. Είναι ακόμη μια ευκαιρία να αναλογιστούμε όλοι εμείς πόσο προσωρινοί είμαστε.
                                                             
                                                                   Β΄

       Λίγοι άνθρωποι είχαν την τύχη να γεννηθούν από μια μάνα σαν αυτή που κηδεύουμε σήμερα. Υπήρξε μια πολυσχιδής προσωπικότητα. Φιλόλογος Λυκειάρχης, άριστη επιστήμων  με ερευνητικό και συγγραφικό έργο, με ουσιαστική αγάπη για τα παιδιά και τη μάθηση, εξαιρετική μητέρα και σύζυγος. Παράλληλα υπήρξε μια ανήσυχη καλλιτεχνική φύση, μια ποιήτρια της ζωής και της τέχνης. Ένα ανήσυχο πνεύμα. Είχες μάνα μια έντονη περιφρόνηση για τα υλικά αγαθά και δεν σε ενδιέφερε η εξωτερική εμφάνιση παρά μόνο ο εσωτερικός  κόσμος. Αντίθετα στο σημερινό υλιστικό ρεύμα είχες ελαχιστοποιήσει τις κάθε είδους υλικές σου ανάγκες, διατροφής, ένδυσης, διασκέδασης, οποιεσδήποτε. Θα έλεγε κανείς ότι δεν ανήκες στον κόσμο αυτό, τον οποίο όμως αγάπησες και προσπάθησες με ευγένεια να διορθώσεις. Ήσουν στη κυριολεξία πνευματικός άνθρωπος. Είχες ως ιδανικό την μόρφωση και την πνευματική αξία.  Μας μεγάλωσες εμπνέοντάς μας μια ακατάσβεστη αγάπη για τη γνώση, για την ουσιαστική παιδεία και σε ευχαριστώ. Αλλά σε ευχαριστώ γιατί τα ίδια ενέπνευσες στα δικά μου παιδιά στα δικά σου εγγόνια και σε όλους τους μαθητές σου.
    Η πραότητα και η καλωσύνη ήταν ίδιο του χαρακτήρα σου. Δεν θυμάμαι ποτέ υψωμένη τη φωνή σου.  Ο μειλίχιος χαρακτήρας σου είχε παράξενα συνδυαστεί με μια δυσεύρετη  δυναμικότητα, που ξεπερνούσε όχι μόνο γυναίκες αλλά και άνδρες.  Σπάνια ένας τέτοιος συνδυασμός. Ο δυναμισμός σου αυτός μας ενέπνεε εμπιστοσύνη. Όχι μόνο σε μικρή ηλικία αλλά και τώρα νοιώθαμε ασφαλείς κοντά σου. Έβαζες στόχους και τους πετύχαινες με μια αξιοθαύμαστη επιμονή. Ήταν αδύνατο να σου αλλάξει κανείς του στόχους που έβαζες.     Ο δεσμός της μάνας και του παιδιού έχει μια απαράμιλη μοναδικότητα, διαχρονική. Ο θάνατος της μάνας ισοδυναμεί με κάποια έννοια με την αποκοπή του ομφάλιου λώρου, ανεξάρτητα από ηλικία. Με τον θάνατο της μάνας έχεις  την αίσθηση ότι μένεις μετέωρος, ακόμη πιο μόνος.  Το κενό που μας άφησες μάνα θα μας ακολουθεί στην υπόλοιπη ζωή μας. Λίγοι είχαν  την ευτυχία να τους γεννήσει και να τους αναθρέψει μια τέτοια μάνα όπως εσύ.       
      Υπήρξες το υπόδειγμα της ελληνίδας μητέρας το οποίο άλλωστε δίδασκες και ενέπνεες στους μαθητές και τις μαθήτριές σου. Δεν ήσουν για μένα μόνο μάνα. Αλλά και δασκάλα και καθηγήτρια. Δεν είμαι μόνο φυσικό αλλά και πνευματικό σου παιδί. Και αυτό κάνει τον πόνο μου πολύ πιο μεγάλο.  Ήσουν ακούραστη πάνω από το κεφάλι μας. Σε κάθε μου βήμα. Κερί αναμένο. 'Ετρεχες να τα προλάβεις και να τα συνδυάεις όλα. Το σπίτι, το σχολείο το φαί και το διάβασμά μας. Και όσο περισσότερα μας πρόσφερες τόσο περισσότερα αχόρταγα και αυστηρά ζητούσαμε, χωρίς να σταματάμε ποτέ, γιατί για μας ήσουν υποχρεωμένη μόνο να προσφέρεις  και συ μας το είχες μάθει και χαιρόσουν γι αυτό.   Ήσουν η προσωποποίηση της υποχρέωσης. Για σένα η λέξη δικαίωμα δεν υπήρχε.  Ο νους μου ανατρέχει στη παιδική μου ηλικία. Θυμάμαι τα πρώτα γράμματα που μου έμαθες. Ακόμα σε βλέπω να κάνεις  δουλειές του σπιτιού και να μου μιλάς γαλλικά για να εκμεταλεύεσαι το χρόνο. Σε θυμάμαι δίπλα μου πάντα στο διάβασμα και στο σχολείο. Θυμάμαι τα γιορτινά μας τραπέζια. Τα κουλούρια το Πάσχα και τα γλυκά τα Χριστούγεννα. Σε θυμάμαι πάντα φορτωμένη με ψώνια. Σε θυμάμαι τις γιορτές και τις καθημερινές  όλες τις ανθρώπινες οικογενειακές στιγμές που ζήσαμε μαζί. Σε θυμάμαι στο καθημερινό και στο γιορτινό τραπέζι που καθόσουν τελευταία και σηκωνόσουν πρώτη.  Και ευχαριστώ τον θεό που σε διάλεξε για μάννα μου. Ευχαριστώ τον θεό που με αξίωσε να ζήσω μαζί σου.   Δεν ήξερες τη λέξη αυστηρότητα. Δεν θυμάμαι να με μάλωσες ποτέ. Πάντα προσπαθούσες με γλυκά λόγια να με νουθετήσεις. Δεν μου χάλαγες χατήρι. Μου ικανοποίησες όλες μου τις επιθυμίες. Θυμάμαι ακόμη το πρώτο μου ποδήλατο, το πρώτο μαγνητόφωνο που μαζί πήγαμε και αγοράσαμε.   Δίπλα μου και στον αγώνα από το Δημοτικό μέχρι το  Πανεπιστήμιο αλλά και σε όλη μου τη ζωή.

      Η μεγαλοψυχία της μάνας στο πρόσωπό σου έλαβε τεράστιες διαστάσεις. Συγχώρεσέ με αν σε πίκρανα. Και δεν  ήταν λίγες φορές. Με συγχωρούσες περίπου αυτονόητα σαν να είχα το δικαίωμα να σε στενοχωρώ και συ την υποχρέωση να με υπομένεις.  Σε θυμάμαι πίσω από την πόρτα να περιμένεις υπομονετικά όταν αργούσα σε νεαρή ηλικία με την ανακούφιση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό σου που έδειχνε όμως καθαρά την αγωνία που είχες περάσει.   Δεν κράταγες τίποτε για τον εαυτό σου. Τα έδινες όλα σε μας. Χαρά σου ήταν η δική μας απόλαυση. Ήσουν προορισμένη να αφιερώσεις τη ζωή σου σε μας. Έδινες πολλά και δεν έπαιρνες τίποτε.  Ζούσες για μας. Έδινες τα πάντα χωρίς να περιμένεις κάτι. Ήσουν η προσωποποίηση της αυταπάρνησης. Δεν περίμενες ανταπόδοση. Από την πλευρά μου δεν νομίζω ότι μπόρεσα να σου προσφέρω οτιδήποτε.  Η αποστολή σου δεν τελείωσε με το μεγάλωμά μας. Έπρεπε να μεγαλώσεις και τα παιδιά μας. Με τις ίδιες αρχές με το ίδιο ακούραστο πάθος για μάθηση δίδαξες και μεγάλωσες  την Ελενα τον Γιώργο, τον Θωμά τη Νάταλη. 

      Από μικρή ηλικία είχες επιδείξει την ιδιαίτερη έφεση στις σπουδές. Τελείωσες την γαλλική φιλολογία και μετά την ελληνική φιλολογία. Το πάθος σου για τις ξένες γλώσες. Αγγλικά γαλλικά γερμανικά ιταλικά Δε σου φταναν, Μάθαινες μέχρι τη τελευταία στιγμή μόνη σου με μέθοδο πολωνικά για να συνενοείσαι.  Αλλά για σένα η μάθηση ήταν μια διαρκής διαδικασία χωρίς τελειωμό. Δεν ισοδυναμούσε με πτυχία. Είχε ουσιαστικό περιεχόμενο. Δημοσίευσες το βιβλίο " Η ανατροφή των θυγατέρων μας" αλλά και πολλές άλλες μελέτες του επιστημονικού σου αντικειμένου. Οι γνώσεις σου ήταν απέραντες. Η μάθησή σου δεν ήταν επιφανειακή, αλλά συστηματική και συγκροτημένη. Παράλληλα διέθετες απέραντα αποθέματα μνήμης. Θυμάμαι σαν μαθητής που μας υπαγόρευες τα αρχαία κείμενα από στήθους και απορούσαμε.  Μας εξέπληττες όλους συνέχεια με το εύρος και το βάθος των γνώσεών σου. Μόλις πριν λίγες μέρες για να σε αποσπάσω σε ρώτησα χειρούργος ή χειρουργός και μου απάντησες.  Μέχρι την τελευταία στιγμή στο Λαϊκο λίγο πριν από τον τάφο σε ακούω να ψελλίζεις με την αδυνατισμένη φωνή σου "άνδρα μοι ένεπε μούσα πολύτροπον ως μάλα πόλα".  Ως εκπαιδευτικός συνδύασες δύο βασικά προτερήματα. Άρτια επιστημονική συγκρότηση και  σπάνια αφοσίωση στο καθήκον. Λάτρεψες το σχολείο όσο ελάχιστοι. Είχες ένα ασυγκράτητο πάθος με την εκπαιδευτική διαδικασία. Έδωσες στη κυριολεξία του όρου και τη ψυχή σου. Και αυτό το ξέρουν καλά οι χιλιάδες μαθητές που πέρασαν από τα χέρια σου. Και άρρωστη πήγαινες στο μάθημα. Δεν είχες μια τυπική παρουσία. Αλλ΄αυτή την εσωτερική ουσιαστική σχέση. Λάτρεψες στη κυριολεξία; του όρου τη δουλειά σου. Από σένα έμαθα, ότι πρέπει να αγαπάμε τη δουλειά μας όσος τον ίδιο τον εαυτό μας. Σχολείο και σπίτι ήταν δυο  χώροι στους οποίους έδρασες. Υπηρέτησες τη μέση εκπαίδευση 35 ολόκληρα χρόνια. Πέρασαν από τα χέρια σου χιλιάδες μαθητές, που σε θυμούνται με αγάπη και ευγνωμοσύνη. Λάτρεψες τους μαθητές σου. Νοιώθω περήφανος για σένα όπως και συ ήσουν για μένα. Σαν συνάδελφός σου και γω στην εκπαιδευτική διαδικασία μπορώ να σε διαβεβαιώσω ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη δικαίωση για ένα δάσκαλο από την άδολη και ανιδιοτελή αναγνώριση από τους μαθητές του. Και δεν χρειάζεται να σε διαβεβαιώσω ότι την είχες.

       Θα σε αδικούσα πολύ αν δεν αναφερόμουν στη καλλιτεχνική σου πλευρά. Δεν ήσουν μόνο επιστήμων αλλά και καλλιτέχνης άνθρωπος. Υπηρέτησες τη λογοτεχνία όχι μόνο ως φιλόλογος αλλά και ως ποιήτρια. Συνόδευες τις κορυφαίες οικογενειακές στιγμές με την ποίησή σου. Απήγγελες στίχους, έγραφες ακατάπαυστα. Το σπίτι μας είναι γεμάτο από τα χειρόγραφά σου, που αποτλεούν για μας ανεκτίμητη κληρονομιά. Δεν μπορώ να παραλείψω τις επιδόσεις σου στη μουσική που άλλωστε μας κληροδότησες. Τα αυτιά μου πλημμυρίζουν οι ήχοι της γλυκιάς σου φωνής  τις ευχάριστες οικογενειακές στιγμές. Δεν θα είσαι πια παρούσα στην οικογενειακή χορωδία. Ηταν αυτή η καλλιτεχνική σου διάσταση  που σε έκανε ακόμη πιο όμορφη.  Οι καλλιτεχνικές σου ανησυχίες δεν μπορούσαν μην εκδηλωθούν και στον χώρο της δουλειάς σου. Η οργάνωση σχολικών θεάτρων και σχολικών καλλιτεχνικών εκδηλώσεων πλουτίζει το ενεργητικό σου.  Μας δίδαξες την αγάπη για τον άνθρωπο. Χαιρόσουν με την πρόοδο και την χαρά των άλλων και ήταν λύπη σου η δικιά τους λύπη. Θυμάμαι την έκθεση που μου είχες βάλει να γράψη τόσες φορές "ως χαρίεν εστ΄α΄ναθρωπος όταν άνθρπωος ή" που τόσο με βοήθησε αργότερα να κατανοήσω το περιεχόμενο της συτναγματικά προστατευόμενης ανθρώπινης αξίας.  Παράλληλα ανέπτυξες έντονη κποινωνική δράση. Ήσουν μέλος σε διάφορα σωματεία. Έδωσες πολλές διαλέξεις με διάφορα θέματα. Ησουν πάντοτε παρούσα στην Ενωση Ενεργών Πολιτών. Ήσουν ενεργός πολίτης.   Η επιστήμη που υπηρέτησες, σου δυνάμωσε την αγάπη για τη πατρίδα και κάθε τι το ελληνικό. Δέθηκες με την ελληνική ιστορία και το ελληνικό πνεύμα.  Μελέτησες αγάπησες, θαύμασες και υπηρέτησες τα ελληνικά γράμματα. Ο ελληνισμός κυλούσε στο αίμα σου.  Σαν γνήσια ελληνίδα αντέτασσες στη δύναμη τη δικαιοσύνη και στην υλική αξία την πνευματική. 
   - Μας έμαθες σε πείσμα των ασυνείδητων καιροσκόπων που μας περιβάλλουν, ότι αξίζει να έχεις αξίες και να πεθαίνεις γι αυτές. ότι αξίζει να φυλάς θερμοπύλες.   
   - Από φύση δίκαιη δεν διανοήθηκες να αδικήσεις ποτέ κανένα. Ήσουν άκακη. 'Ησουν "καλή καγαθή". Δεν πείραξες ποτέ κανένα. Δεν υπάρχει κάποιος που να μπορεί να ισχυριστεί ότι τον έβλαψες. Δεν ήσουν άλλωστε ικανή να βλάψεις ούτε μερμήγκι. Δεν αδίκησες κανένα και μας έμαθες ότι είναι αρετή να μην αδικούμε σε ένα κόσμο που καθημερινά αδικεί. Μας έκανες να πιστέψουμε ότι το δίκαιο επικρατεί τελικά και σε πιστέψαμε. Ότι πρέπει να αγωνιζόμαστε γι αυτό και σε υπακούσαμε.  Ότι όσο πιο ωμή εμφανίζεται η αδικία τόσο πιο γρήγορα θα έλθει η δικαιοσύνη. Μας ισορρόπησες έτσι ακροβάτες στο σχοινί του ρεαλισμού και του ιδεαλισμού. Μας έκανες ικανούς να βλέπουμε το άδικο αλλά να το αρνούμαστε και να πολεμάμε για το δίκιο.
   - Η επιείκεια ήταν για σένα τρόπος ζωής. Και δεν θα μπορούσε άλλωστε να είναι διαφορετικά γιατί επιείκεια και δικαιοσύνη βαδίζουν παράλληλα. Η επιείκεια είναι μητέρα της Δικαιοσύνης, όπως γράφει ο Αριστοτέλης, ο φιλόσοφος που τόσο αγάπησες.

Γ΄

     Ο επίλογος της ζωής σου δεν θα έλεγα ότι ήταν ο καλλίτερος. Τον τελευταίο καιρό διάβηκες τον Γολγοθά σου. Η ζωή σου είχε γίνει εξαιρετικά δύσκολη. Χρειαζόταν απέραντη υπομονή για να αντιμετωπίσεις το αβάσταχτο μαρτύριο του πόνου. Ένα ήταν βέβαιο. Ότι δεν μπορούσες να συμβιβαστείς με την ασθένεια. Ήσουν πολύ αγέρωχη και περήφανη για να υποταχθείς σε μια αρρώστια που σε μείωνε σαν προσωπικότητα. Και δεν υποτάχθηκες. Ούτε σε αυτούς τους κανόνες των γιατρών. Δεν ήθελες τη συνεργασία δεν ήθελες τον συμβιβασμό. 'Ηθελες να τελειώνεις. Το να φύγεις ήταν για σένα η διέξοδος. Έζησα μαζί σου, όσο πιο κοντά μπορούσα, τους τελευταίους μήνες, τις  τελευταίες βδομάδες. Θα μου μείνουν αξέχαστες. Σε παρακολουθούσα να λυώνεις, να σβήνεις καθημερινά χωρίς να μπορώ να είμαι  αποτελεσματικός. Δεν θα ξεχάσω τη φωνή σου με την επιθανάτια αγωνία  
     -Αντρέα δεν μπορώ, αλλά κυρίως Μαρία Μαρία Μαρία μου
     Τώρα που δεν θα είσαι πια μαζί μας - σε αυτή τη ζωή - θα καταλάβουμε ακόμη καλλίτερα τι είχαμε και τι χάσαμε. 'Ετσι άλλωσε συμβαίνει πάντα. Μόνο που νομίζω ότι στη δική σου περίπτωση η ένταση της αίσθησης αυτής θα είναι πολύ πιο μεγάλη.  
    - Σε ευχαριστούμε για ότι μας κληροδότησες. Και σου ζητώ ταπεινά και ειλικρινά συγνώμη για ότι σου έκανα που δεν θα έπρεπε να κάνω αλλά και για ότι δεν έκανα για σένα. Σε ευχαριστούμε όλοι εμείς, τα απιδιά τα εγγόνια σου οι μαθητές σου για ότι μας έδωσες και σου ζητάμε ταπεινά συγχώρεση. Σου υποσχόμαστε ότι δεν θα ξεχάσουμε ποτέ όσα μας έμαθες και θα φροντίσουμε να τα μεταδώσουμε στα παιδιά μας.
    - Φίλησε τον πατέρα μου όταν τον δείς και πές του ότι ποτέ δεν τον ξέχασα ούτε στιγμή αν και το ξέρει.
 - Θα σε ακούω για πάντα θα σε  βλέπω για πάντα. Αν και δεν σε χόρτασα. Δεν με άφησες να σε χορτάσω. Σε ήθελα περισσότερο κοντά μου και δεν ήσουνα.
     -  Εσύ με καλωσόρισες στη ζωή. Εγώ σε ξεπροβοδίζω στο θάνατο. Όσο δημιουργικός και χαρούμενος ο δικός σου ρόλος τόσο άχαρος ο δικός μου.

       Έχε γεια μάνα στο μεγάλο ταξίδι
    
           19  Μαϊου  2001



Πέμπτη 16 Απριλίου 2020

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ


ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ  ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΗ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
ΝΟΜΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ 
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

Κυρίες και Κύριοι,
Θέλω να ευχαριστήσω θερμά τους διοργανωτές, το ίδρυμα ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΗ, προσωπικά την κ.  Κατερίνα Πορφυρογένη και να καλωσορίσω εκ μέρους της Νομικής Σχολής Αθηνών τους συναδέλφους από το Εξωτερικό, οι οποίοι με  τις θαυμάσιες πράγματι εισηγήσεις τους, στην κυριολεξία του όρου μας έκαναν σοφότερους. Eίναι μεγάλο πράγμα να ακούς για δημοψήφισμα από Ελβετικά και ιταλικά χείλη, διότι είναι ένας θεσμός, ο οποίος πράγματι έχει ευδοκιμήσει στην Ελβετία αλλά και στην Ιταλία τα τελευταία χρόνια. Η παρουσία μου εδώ οφείλεται σε πολλούς λόγους. Πράγματι ένιωσα την υποχρέωση να συμμετάσχω σε αυτό το Συνέδριο που έχει τον τίτλο  «Σύγχρονη Δημοκρατία και Δημοψήφισμα». Δύο από τα βιβλία μου έχουν ακριβώς αυτούς τους τίτλους (Η Δομή και η Λειτουργία της σύγχρονης Δημοκρατίας 1974. Το Δημοψήφισμα 1997). Έχουμε επίσης ιδρύσει ήδη από το 1994 την «Ένωση Ενεργών Πολιτών», στην οποία δραστηριοποιούνται  πολλοί πανεπιστημιακοί, άνθρωποι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, νομικοί, Πρόεδροι Δικηγορικών Συλλόγων κλπ.  Έχουν διοργανωθεί  πάρα πολλές διαλέξεις ανά την Ελλάδα, ακριβώς με αυτό το αντικείμενο, δηλαδή το Δημοψήφισμα σε εθνικό αλλά και σε τοπικό επίπεδο. Μάλιστα είμαστε σε συζητήσεις με τον Δικηγορικό Σύλλογο Βόλου, για τη διοργάνωση μίας ομιλίας ανάλογου περιεχομένου και στην πόλη σας. Με την Ένωση Ενεργών πολιτών έχουμε διοργανώσει επτά τοπικά δημοψηφίσματα. Σε ένα μάλιστα από αυτά στη Νέα Φιλαδέλφεια, που έγινε σε συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση έλαβαν μέρος 12.000 πολίτες. Η απόφαση αφορούσε την επέμβαση που ήθελε ο Δήμαρχος της περιοχής να πραγματοποιήσει, στο γνωστό άλσος της Νέας Φιλαδέλφειας. 
Η σημερινή μου παρέμβαση θα επικεντρωθεί σε ένα - δύο σημεία. Πρώτον στο τι γίνεται στην Ελλάδα, τι ορίζει δηλαδή το Σύνταγμά μας και τι γίνεται στη πραγματικότητα. Δεύτερον στη μεγάλη σημασία του δημοψηφίσματος, το οποίο δεν είναι απλώς ένας «χρήσιμος θεσμός». Πολύ περισσότερο το δημοψήφισμα είναι η ίδια η Δημοκρατία. Δημοκρατικό, είναι το πολίτευμα, στο οποίο οι αποφάσεις λαμβάνονται από τον ίδιο τον Λαό. Αντίθετα αντιπροσωπευτικό σύστημα είναι κάθε σύστημα κατά το οποίο, οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται από τον ίδιο το Λαό αλλά από άλλους, τους αντιπροσώπους. Ήδη από αυτή την τοποθέτηση γίνεται αντιληπτό, ότι η διαφορά ανάμεσα στο δημοψήφισμα και την Δημοκρατία δεν είναι ποιοτική είναι καθαρά ποσοτική. Όσο περισσότερα δημοψηφίσματα τόση περισσότερη Δημοκρατία. Και οφείλω να τονίσω, ότι ο θεσμός είναι απόλυτα Ελληνικός, όπως κάθε τι που έχει σχέση με τη Δημοκρατία. Με την ουσιαστική έννοια του όρου, «δημοψήφισμα» σημαίνει ακριβώς  απόφαση του λαού, «Ψήφισμα του Δήμου». Είναι θεσμός, που έχει τις ρίζες του στην Αρχαία Ελλάδα -όχι μόνο στην Αρχαία Αθήνα αλλά και στη Σπάρτη- όπου οι αποφάσεις λαμβάνονταν από τον ίδιο το Λαό, από τους πολίτες και συγκεκριμένα από την «Εκκλησία του Δήμου»  στην Αθήνα και από την «Απέλλα» στην Σπάρτη. Με την πάροδο του χρόνου και την έξοδο από την αρχαιότητα φθάνουμε στους νεότερους χρόνους, όπου τη σκυτάλη αναλαμβάνει πλέον η Ελβετία από το Σύνταγμα του 1848 και μετά. Η Ελβετία πράγματι έχει διδάξει τον κόσμο Δημοκρατία στη σύγχρονη εποχή. Ότι ήταν η Ελλάδα στο παρελθόν, στο αρχαίο κόσμο, είναι χωρίς υπερβολή η Ελβετία σήμερα. Η Ευρώπη είναι ακόμη πίσω σε σύγκριση με τους σημερινούς Ελβετικούς θεσμούς και με το επίπεδο Δημοκρατίας που υπάρχει στην Ελβετία.
Στην Ελλάδα, το Σύνταγμά μας ρυθμίζει το δημοψήφισμα στο άρθρο 44. Όπως ορίζει το άρθρο αυτό μπορεί να προκηρυχθεί δημοψήφισμα δύο ειδών, είτε «εθνικό» -για εθνικούς λόγους δηλαδή- είτε «κοινωνικό δημοψήφισμα», για ψηφισμένο νομοσχέδιο, που ρυθμίζει σοβαρό κοινωνικό ζήτημα. Η βασική διαδικαστική διαφορά τους βρίσκεται στο ότι στην πρώτη περίπτωση μπορεί να τεθεί ένα θέμα σε δημοψήφισμα ανεξάρτητα από τη κοινοβουλευτική διαδικασία. Στη δεύτερη περίπτωση μόνον εφόσον έχει ήδη ψηφιστεί από τη Βουλή ένα νομοσχέδιο. Πρόκειται για ρύθμιση, όπως πιστεύω, όχι ιδιαίτερα επιτυχημένη.  Πριν από την συνταγματική αναθεώρηση του 1986 , μπορούσε μόνον ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να αποταθεί στο Λαό. Ίσως είναι η μόνη αρμοδιότητα, που δεν θα έπρεπε να αφαιρεθεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αλλά να προστεθεί και η σχετική αρμοδιότητα της Κυβέρνησης, έτσι ώστε να μπορούν όχι μόνον  ο Πρόεδρος αλλά και η Κυβέρνηση να απευθύνονται στο Λαό. Δύο λοιπόν τα προβλεπόμενα από το ελληνικό Σύνταγμα είδη  δημοψηφίσματος, το Εθνικό και το Κοινωνικό.
Στην Ελλάδα όμως δεν έχει γίνει -όπως γνωρίζετε- ποτέ δημοψήφισμα για άλλο θέμα εκτός από το πολιτειακό. Έχουν λάβει χώρα διαδικασίες, που ονομάστηκαν δημοψηφισματικές, σχετικές με την ανάδειξη στο βασιλικό αξίωμα, οι οποίες όμως δεν ήταν κατά κυριολεξία δημοψηφίσματα, διότι όπως πολύ σωστά παρατήρησαν και οι συνάδελφοι, η εκλογή δεν είναι δημοψήφισμα. Το δημοψήφισμα είναι ουσιαστική διαδικασία. Οι εκλογές είναι προσωπική διαδικασία. Το ένα έχει ουσιαστικό χαρακτήρα, το άλλο έχει χαρακτήρα προσωπικό. Ψηφίζω στο δημοψήφισμα σημαίνει, ότι εκφράζω τη γνώμη μου για ένα συγκεκριμένο θέμα.  Εκλέγω, σημαίνει, ότι επιλέγω ανάμεσα σε περισσότερα πρόσωπα.  Άρα η εκλογή δεν είναι δημοψήφισμα. Τέτοιας μορφής ήταν η πρώτη, ας την πούμε, δημοψηφισματική διαδικασία στην Ελλάδα του 1864, με την οποία αναδείχθηκε ο Βασιλιάς και μάλιστα εκείνος, που συγκέντρωσε τις λιγότερες ψήφους, διότι οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν επιθυμούσαν να βασιλεύσει στην Ελλάδα Βασιλιάς από συγκεκριμένους βασιλικούς οίκους. Αναφορικά τώρα προς το τελευταίο δημοψήφισμα του 1974, που το ζήσαμε οι περισσότεροι σε αυτή την αίθουσα. Στη διαδικασία αυτή ο Λαός είπε την τελευταία λέξη για τη μορφή του Πολιτεύματος, που ήθελε να έχει. Η Ελληνική Ιστορία επεφύλαξε πράγματι ένα ρόλο ιδιόμορφο στο δημοψήφισμα. Όλες οι σχετικές δημοψηφισματικές διαδικασίες που μεσολάβησαν είχαν σχέση με το Πολιτειακό. Δηλαδή, ναι ή όχι στο συγκεκριμένο Βασιλιά, ναι ή όχι στη Βασιλεία ως θεσμό. Έτσι λειτούργησε το δημοψήφισμα στη χώρα μας.
Αν τώρα εξετάσουμε την εξέλιξη του Δημοψηφίσματος στην Ευρώπη, θα παρατηρήσουμε, ότι έχει μία μεγάλη πράγματι πρόοδο και από άποψη ποιότητας αλλά και ποσότητας, κυρίως μετά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τι ακριβώς συμβαίνει; Η εμφάνιση του δημοψηφίσματος στα νεώτερα χρόνια - όπως έγινε ακριβώς στην Καλιφόρνια, ένα παράδειγμα, το οποίο είναι σπουδαίο αλλά όχι πολύ γνωστό - συνδέεται – και εξαιρώ την Ελβετία εδώ- με αυτό που ονομάζεται «κρίση του αντιπροσωπευτικού συστήματος».
Κυρίες και Κύριοι η Δημοκρατία επιστημονικά τριχοτομείται (άμεση, έμμεση, μικτή).  Βασικά διχοτομείται  σε άμεση και έμμεση αν και έχει μία μόνο (άμεση) μορφή.  Η Δημοκρατία μπορεί να είναι μόνον άμεση. Και όταν κάτι είναι μόνον άμεσο δεν διακρίνεται και σε έμμεσο. Άμεση είναι αυτή που ονομάζουμε Δημοκρατία των δημοψηφισμάτων, Δημοκρατία των πολιτών και έμμεση είναι η λεγόμενη αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, όπου κυριαρχεί το αντιπροσωπευτικό σύστημα. Η λέξη αντιπροσωπεύω είναι εύγλωττη λέξη. Αντιπροσωπεύω…..αντί του προσώπου, δηλαδή, ο αντιπρόσωπος  αντικαθιστά την θέληση του αντιπροσωπευομένου και τοποθετεί στη θέση της, τη δική του θέληση. Αναδύεται έτσι η  βασική διάκριση ανάμεσα στη Δημοκρατία από τη μία πλευρά και στο αντιπροσωπευτικό σύστημα από την άλλη. Το αντιπροσωπευτικό σύστημα, είναι  ευρύτερο σύστημα, που περιλαμβάνει κάθε μορφή λήψης αποφάσεων από άλλο όργανο εκτός του Λαού. Η πλέον παραδεκτή και διαδεδομένη μορφή αντιπροσωπευτικού συστήματος, είναι το σύστημα των εκλεγμένων αντιπροσώπων, στο οποίο και κατά κύριο λόγο αναφερόμαστε. Πρόκειται για  το αντιπροσωπευτικό σύστημα, το οποίο κατηγορήθηκε πολλές φορές ως «άδικο», ως ελάχιστα δημοκρατικό κλπ. Και πράγματι, αν ερευνήσουμε τη δικαιολογητική του βάση θα εντοπίσουμε ελλείμματα δημοκρατικής νομιμοποίησης. Κατά το αντιπροσωπευτικό σύστημα  ο Λαός δεν μπορεί να αποφασίζει. Ο Λαός δεν γνωρίζει τα θέματα, δεν έχει μόρφωση. Δεν έχει άλλωστε και τον χρόνο, διότι πρέπει να εργάζεται. Επομένως δεν μπορεί να αποφασίζει για τα κοινά. Άλλοι πρέπει να αποφασίζουν για τα κοινά, αυτοί οι οποίοι γνωρίζουν, οι «αντιπρόσωποι ποιότητας», δηλαδή αυτοί, που μπορούν και πρέπει να λαμβάνουν τις αποφάσεις αντί του Λαού. Αυτή είναι η δικαιολογητική βάση του αντιπροσωπευτικού συστήματος, η οποία  διακρίνει ανάμεσα στην «πηγή» και στην «άσκηση» της εξουσίας. Ο Λαός είναι μεν η «πηγή», αλλά δεν μπορεί να πιει ο ίδιος από την πηγή αυτή. Διότι η όλη άσκηση ανήκει στους αντιπροσώπους (όχι εκπροσώπους) του λαού. 
Αυτό λοιπόν το αντιπροσωπευτικό σύστημα, διέρχεται κρίση. Για αυτή τη κρίση έχουν μιλήσει επιφανείς συνταγματολόγοι και στη Γαλλία και στη Γερμανία και στην Ελβετία και αλλού, από τις αρχές του περασμένου αιώνα και έχει βασικά δύο πλευρές.  Η κρίση του αντιπροσωπευτικού συστήματος  αφορά αφενός το συνταγματικό δόγμα. Η σύγχρονη Δημοκρατία δεν λειτουργεί σήμερα σύμφωνα με τις αρχές, που προβλέπονται στα Συντάγματα. Παράλληλα υπάρχει και η πιο «πεζή» κρίση, η κρίση του πολιτικού προσωπικού. Εδώ ανήκουν πχ τα διάφορα σκάνδαλα, η κακή διαχείριση, η αδιαφάνεια κ.α. που τα ζούμε όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και αλλού. Αυτήν λοιπόν η συνολική κρίση του αντιπροσωπευτικού συστήματος οδηγεί νομοτελειακά σε μία νέα μορφή διακυβέρνησης.  Οδηγεί δηλαδή, σε μία νέου τύπου Δημοκρατία, σε μία διέξοδο προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση προς το ίδιο το εκλογικό σώμα. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι από το 1960 και μετά τα δημοψηφίσματα πολλαπλασιάζονται σημαντικά στον ευρωπαϊκό χώρο.
Κυρίες και Κύριοι προσωπικά πιστεύω, ότι η Ιστορία δεν κινείται τυχαία. Τίποτα άλλωστε δεν κινείται τυχαία. Υπάρχουν νόμοι στην ιστορία όπως υπάρχουν και στη φύση. Βέβαια οι νόμοι της ιστορίας δεν είναι τόσο συγκεκριμένοι και απόλυτοι. Εντούτοις με τη λογική  μπορούμε να διακρίνουμε αμυδρά τις κατευθύνσεις προς τις οποίες κινείται η εξέλιξη. Και ειλικρινά πιστεύω ότι μέσα από τις διαδικασίες οι οποίες επιτελούνται, αναδεικνύεται ένα  μήνυμα πράγματι αισιόδοξο για τους Λαούς. Διότι οι όλες διεργασίες οι οποίες συντελούνται, οδηγούν πράγματι προς την ανατολή μιας Δημοκρατίας των πολιτών, μιας νέου τύπου σύγχρονης Δημοκρατίας. Πολλές φορές διατυπώνονται επιφυλάξεις  απέναντι στο δημοψήφισμα. Συχνά παρατίθενται τα υπέρ και τα κατά. Σε καμία πάντως περίπτωση δεν θα απαντήσω στο «οικονομικό επιχείρημα", διότι δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιος, ο οποίος «ένεκα του κόστους» θα προτιμούσε τη δικτατορία από τη Δημοκρατία. Θα απαντήσω σε κάτι όμως που πολλές φορές αγγίζει ευαίσθητες χορδές. Τελικά έχει πράγματι την ικανότητα ο Λαός να αποφασίζει; Μπορεί ο Λαός να λαμβάνει αποφάσεις για σοβαρά θέματα;
Θα απαντήσω με μια ιστορία: Κάποτε ο Όθωνας ο πρώτος Βασιλιάς της Ελλάδας συνάντησε, κάπου έξω από την Αθήνα, ένα βοσκό. Ήταν την δεκαετία του 1830, κατά την οποία οι Έλληνες απαιτούσαν την σύνταξη Συντάγματος. Δεν επιθυμούσαν απόλυτη Μοναρχία αλλά ήθελαν Σύνταγμα και μάλιστα είχαν βγει στους δρόμους για αυτό. Και ο βοσκός -όπως και οι άλλοι Έλληνες- ήθελε Σύνταγμα. Ρώτησε λοιπόν ο Βασιλιάς τον ταλαιπωρημένο Βοσκό για το θέμα εποχής.
-      Καλά θες και εσύ Σύνταγμα, ξέρεις τι είναι Σύνταγμα;
-      Πως δεν ξέρω Μεγαλειότατε του απαντά. « Είναι ένα χαρτί που χαρτί που γράφει τι δικαιώματα έχεις εσύ και τι δικαιώματα έχουμε εμείς».
 Και πρέπει να σας πω ότι είναι ένας πολύ απλοϊκός αλλά συνάμα παραστατικός ορισμός του Συντάγματος της εποχής εκείνης (Σύνταγμα – συνάλλαγμα). Όταν μιλάμε και αναφερόμαστε στην κρίση και στη γνώση του Λαού και ενός εκάστου εξ ημών, εννοούμε ασφαλώς την πολιτική κρίση και γνώση όχι την τεχνοκρατική.  Δεν υπάρχει  Δημοκρατία τεχνοκρατών. Υπάρχει μόνο Δημοκρατία Λαού. Αν αποφασίζαμε τεχνοκρατικά, τότε και στη Βουλή θα έπρεπε για νομικά θέματα να ψηφίζουν μόνο οι νομικοί Βουλευτές , για τα ιατρικά μόνο οι Βουλευτές - ιατροί, για τα αμυντικά μόνο οι Βουλευτές - αξιωματικοί κ.ο.κ. Η κρίση για πολιτικές αποφάσεις είναι καθαρά πολιτική και όταν απευθυνόμαστε και στο Λαό. Οφείλω επίσης να σημειώσω, ότι ιστορικά οι αποφάσεις της Εκκλησίας του Δήμου αποδείχθηκαν ορθές! Άλλωστε ποιος νομιμοποιείται και ποιος διαθέτει κριτήρια για να κρίνει την πλειοψηφία, τον ίδιο τον Λαό;  Στην αντίθετη περίπτωση εισερχόμαστε σε άλλα πολύ επικίνδυνα μονοπάτια. Ο Αριστοτέλης συντηρητικός από τη φύση του τάχθηκε υπέρ της Δημοκρατίας για καθαρά πρακτικούς λόγους. Διότι, όπως είπε, τους πολλούς δεν μπορείς να τους εξαγοράσεις με ρουσφέτια και χάρες όπως συμβαίνει στην περίπτωση των ολίγων. Δεν νομίζω πάντως πως σε ένα κοινό όπως αυτό εδώ σήμερα, θα επιχειρηματολογήσω υπέρ της Δημοκρατίας ή υπέρ του Δημοψηφίσματος. Είναι ζητήματα αυτά τα οποία έχουν ειπωθεί επανειλημμένα. Και κλείνω αυτή τη σύντομη παρέμβασή μου, με πολλές ευχαριστίες και με το παράπονο, ότι ενώ σε όλες σχεδόν τις Ευρωπαϊκές χώρες, έχουν γίνει δημοψηφίσματα για πάρα πολύ σοβαρά θέματα, στη χώρα μας, στη γενέτειρα της Δημοκρατίας δεν συνέβη το ίδιο. Και για να απαντήσουμε στο ερώτημα του 1981 (ότι δηλαδή, αν είχε γίνει τότε δημοψήφισμα στην Ελλάδα δεν θα είχε εισέλθει η χώρα στην ΕΟΚ), δημοψήφισμα δεν μπορεί ασφαλώς να πραγματοποιείται μόνον όταν έχει εξασφαλισθεί το αποτέλεσμα, γιατί με αυτή τη λογική πρέπει και εκλογές να πραγματοποιούνται όταν είναι εξασφαλισμένη η επανεκλογή. Σε κάθε όμως περίπτωση – και πέραν του ότι το προεξοφλούμενο αρνητικό αποτέλεσμα δεν είναι οπωσδήποτε βέβαιο- υπάρχει και άλλη απάντηση. Αν η Ελλάδα πράγματι δεν έμπαινε στην ΕΟΚ το 1981 και η είσοδος αυτή ακολουθούσε λίγο μετά, ποιος αποκλείει ότι η όλη εξέλιξη δεν θα ήταν καλλίτερη; Σε τελική ανάλυση  δεν υπάρχει βέβαιο επιχείρημα,  τουλάχιστον εγώ δεν βρίσκω, κατά της Δημοκρατίας και κατά των δημοκρατικών θεσμών, όπως είναι το δημοψήφισμα.
Οι θεσμοί άμεσης Δημοκρατίας είναι βασικά τρεις. Ο θεσμός των θεσμών, δηλαδή το δημοψήφισμα, η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία και η ανάκληση , ένας προχωρημένος – ελληνικής και αυτός καταγωγής - θεσμός ο οποίος υπάρχει στην Καλιφόρνια και σε άλλες Πολιτείες  των ΗΠΑ. Ο συνδυασμός αυτός των τριών βασικών θεσμών παρέχει πολλές μερικότερες μορφές θεσμών άμεσης Δημοκρατίας.

Ολοκληρώνοντας, ειλικρινά θέλω να συγχαρώ τους διοργανωτές για τη σημερινή εκδήλωση – διοργάνωση, να συγχαρώ τους εισηγητές για τις θαυμάσιες εισηγήσεις τους τις οποίες ακούσαμε όλοι μας με αμέριστο ενδιαφέρον, και να υποσχεθώ και εγώ από την πλευρά μου ότι πολύ σύντομα θα σας καλέσουμε σε εκδήλωση της Νομικής σχολή Αθηνών, η οποία και πάλι θα έχει ως θέμα της το δημοψήφισμα και την άμεση Δημοκρατία.


                                                                    ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ

ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ Η ΕΠΙΔΗΜΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΤΡΑ



του Ανδρέα Δημητρόπουλου
Ομ. Καθηγητή  Συνταγματικού Δικαίου
Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

Από την συστηματική ερμηνεία των: άρθρ.5 παρ.4 , Ερμην. Δήλ., άρθρ,7 παρ 2, άρθρ. 21 παρ.3, άρθρ. 22.παρ.4, άρθρ 44 παρ.1 Σ  προκύπτει, ότι ο συντακτικός νομοθέτης  ιδρύει ειδική κυριαρχική σχέση μέσα στην οποία και για την προστασία της δημόσιας υγείας υφίστανται ΘΕΣΜΙΚΗ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ τα ασκούμενα συνταγματικά δικαιώματα περιοριζόμενα ποσοτικά και χρονικά κατά το επιβαλλόμενο μέτρο, όπως προκύπτει από την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της ειδικής κυριαρχικής σχέσης και ενός εκάστου συνταγματικού δικαιώματος. Η ειδική σχέση δημοσίου δικαίου ενεργοποιείται με την εμφάνιση της απειλής (πχ επιδημία) και εντείνεται ανάλογα προς την έντασή της απειλής περιορίζοντας αναλόγως τα συνδεόμενα δικαιώματα.  Η συνταγματικότητα των μέτρων εξαρτάται από την αλήθεια της απειλής.  Βλ αναλ. Α.Δημητρόπουλου Συνταγματικά Δικαιώματα κυρίως σ. 67 επ.     

1. Η επιδημία του Κορονοϊού οδήγησε στη λήψη αρχικά ηπιότερων και ύστερα αυστηρότερων μέτρων περιοριστικών των συνταγματικών δικαιωμάτων των πολιτών. Η  απαγόρευση κυκλοφορίας – παρά τις εξαιρέσεις της- αποτελεί  πράγματι σημαντικό περιορισμό της ελευθερίας κίνησης, η οποία συνιστά πρωτογενές  μητρικό δικαίωμα από το οποίο εξαρτάται και η άσκηση πολλών άλλων συνταγματικών δικαιωμάτων. Τέθηκε έτσι το ζήτημα της συνταγματικής νομιμότητας των μέτρων αυτών;  Παράλληλα είναι αναμφισβήτητο, ότι καταστάσεις, όπως αυτή που ζούμε, αντικειμενικά και πέρα από την αλήθεια της συγκεκριμένης περίπτωσης, περιέχει μελλοντικούς για την Δημοκρατία κινδύνους Ο εύκολος περιορισμός των Συνταγματικών Δικαιωμάτων δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να βασίζεται σε λευκή επιταγή. Είναι βέβαιο, πως ό,τι γίνεται σήμερα αποτελεί ‘συνταγματικό δεδικασμένο» για αυτό και πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί. Είναι επομένως απαραίτητη μια τέτοια συνταγματική αιτιολογία, που να εξηγεί την παρούσα περίπτωση και να αποκλείει μελλοντικές καταχρήσεις.
2. Το Σύνταγμα προβλέπει και ρυθμίζει αρμονικά Δικαιώματα και Θεσμούς. Τα ΣΔ ασκούνται είτε στη γενική σχέση κράτους – πολίτη είτε σε ειδικότερες έννομες σχέσεις και μερικότερους εντός του κράτους θεσμούς. Η είσοδος των συνταγματικών δικαιωμάτων μέσα στους μερικότερους αυτούς νομικούς χώρους συνεπάγεται την θεσμική τους προσαρμογή, την επιβολή δηλαδή απλών επιβαλλόμενων περιορισμών των οποίων η νομιμότητα εξαρτάται από την αιτιώδη συνάφεια που υπάρχει μεταξύ του δικαιώματος και του θεσμού. 
3.  Διττή προστασία: Το Σύνταγμα [στα άρθρα άρθρα 5 παρ.4  και  Ερμ. Δήλ.,   7 παρ 2,  21 παρ.3,  22.παρ.4,  44 παρ.1 Σ.]  ρυθμίζει την υγεία αντικειμενικά ως συλλογικό και ως ατομικό συνταγματικό αγαθό και ως δημόσια υγεία και υποκειμενικά ως δικαίωμα, ως ατομικό αγαθό. Υποκειμενική και αντικειμενική προστασία βρίσκονται σε αρμονία, έτσι ώστε η προστασία του αγαθού  της δημόσιας υγείας να μην προσβάλλει τα ΣΔ και ανάστροφα η άσκησή των ΣΔ να μην εμποδίζει και να μη διακινδυνεύει την προστασία της δημόσιας υγείας. Ο συντακτικός νομοθέτης προστατεύοντας την δημόσια υγεία ιδρύει και την ομώνυμη ειδική κυριαρχική σχέση - κράτους πολιτών [άρθρ.5 παρ.4 και Ερμη.Δήλ. άρθρ.22.].   Μέσα στο μερικότερο νομικό πλαίσιο της ειδικής αυτής σχέσης δημόσιας υγείας ασκούνται τα συνταγματικά δικαιώματα των πολιτών. Και όπως συμβαίνει και με τις άλλες  κυριαρχικές και λοιπές ειδικές σχέσεις, από το σύνολο  των συνταγματικών δικαιωμάτων, άλλων μεν επιβάλλεται η συρρίκνωση ενώ άλλων η αλώβητη, απεριόριστη άσκηση, καθ όλο το μήκος και πλάτος τους. 
4. Περιοριζόμενα Δικαιώματα: Στην ειδική κυριαρχική σχέση προστασίας της δημόσιας υγείας η άσκηση ορισμένων ΣΔ και συγκεκριμένα εκείνων, που αιτιωδώς συνδέονται με το αγαθό της υγείας,  απλώς περιορίζεται, δηλαδή προσαρμόζεται στις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης ειδικής κυριαρχικής σχέσης. Πρόκειται για τα δικαιώματα εκείνα των οποίων η απεριόριστη άσκηση θέτει σε διακινδύνευση την δημόσια υγεία κατά συνέπεια  υγεία και την ατομική υγεία ενός εκάστου πολίτη. Σε περιπτώσεις πανδημίας υπάρχει μεγάλη απειλή της δημόσιας υγείας και  διακινδύνευση της ατομικής υγείας ενός εκάστου.
    Το μέτρο του περιορισμού ενός εκάστου των αιτιωδώς συνδεόμενων δικαιωμάτων καθορίζεται επίσης από το Σύνταγμα καθόσον η αιτιώδης συνάφεια δεν καθορίζει μόνον το εάν αλλά και το πόσο, την έκταση δηλαδή του περιορισμού ενός εκάστου δικαιώματος. Περιορισμοί πέραν του ποσοτικά και χρονικά απαιτούμενου μέτρου δεν είναι σύμφωνοι προς το Σύνταγμα.
5. Η ελευθερία κίνησης: Συνταγματικό δικαίωμα που ιδιαίτερα συνδέεται με την αντιμετώπιση της πανδημίας είναι η ελευθερία κίνησης (άρθρ.5 Σ). Την συνταγματική βάση της  θεσμικής προσαρμογής του δικαιώματος αυτού μέσα στο πλαίσιο της ειδικής κυριαρχικής σχέσης δημόσιας υγείας απαιτεί την συστηματικής εμηνεία των άρθρων 5 και των άρθρων στα άρθρα άρθρα 5 παρ.4  και  Ερμ. Δήλ.,   7 παρ 2,  21 παρ.3,  22.παρ.4,  44 παρ.1 Σ. Η αιτιώδης σχέση του δικαιώματος της ελεύθερης κίνησης με το αγαθό της  δημόσιας υγείας στις περιπτώσεις πανδημίας, συνίσταται στο ότι  η επαφή και επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων είναι η αιτία της μετάδοσης της νόσου στον πληθυσμό. Αυτό ακριβώς σημαίνει ότι η ελεύθερη άσκηση του δικαιώματος κίνησης εμπεριέχει μέγιστη διακινδύνευση του αγαθού της δημόσιας υγείας. Είναι επομένως αναγκαίος ο κατά  χρόνο και τρόπο περιορισμός του δικαιώματος κατά το μέτρο πάντα που αυτό είναι αναγκαίο για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Κατά συνέπεια οι εν μέσω της πανδημίας επιβληθέντες περιορισμοί της ελευθερίας κίνησης ως αιτιώδεις, είναι απλοί περιορισμοί και όχι προσβολές της ελευθερίας κίνησης. Είναι συνταγματικά επιτρεπόμενοι, ορθότερα επιβαλλόμενοι περιορισμοί που θεμελιώνονται στα άρθρα 5 παρ.4  και  Ερμ. Δήλ.,   7 παρ 2,  21 παρ.3,  22.παρ.4,  44 παρ.1 Σ.
6. Μη περιοριζόμενα Δικαιώματα: Στην ειδική αυτή κυριαρχική σχέση στην οποία βρισκόμαστε η Εκτελεστική Εξουσία δεν μπορεί να περιορίσει τα δικαιώματα εκείνα των οποίων η άσκηση δεν συνδέεται με μετάδοση της νόσου και με την προστασία της υγείας. Έτσι θα ήταν αντίθετος  προς το Σύνταγμα ο περιορισμός πχ της ελευθερίας του τύπου, της ελευθερίας της γνώμης, της ελευθερίας της τέχνης, της επιστήμης κλπ. Είναι επίσης αντίθετη προς το Σύνταγμα η υπέρβαση του επιβαλλόμενου μέτρου, πχ η παράταση της απαγόρευσης ελεύθερης κίνησης πέραν του αναγκαίου χρόνου κλπ 
7. Συνταγματικές Εγγυήσεις: Δεν είναι λίγες οι ανησυχίες που – ίσως όχι πάντα αδικαιολόγητα - εκφράζονται για ενδεχόμενες μελλοντικές καταχρήσεις, Τέτοιες ανησυχίες δεν αφορούν την συνταγματική ρύθμιση. Ο ισχυρισμός βέβαια ότι εν όψει ενός τέτοιου μελλοντικού κινδύνου δεν θα έπρεπε να ερμηνευθεί το Σύνταγμα κστά τον τρόπο αυτό και επομένως να κριθούν τα μέτρα αντισυνταγματικά είναι ανεδαφικός και επικίνδυνος. Στην περίπτωση αυτή το Σύνταγμα δεν θα υπηρετούσε αλλά θα υπονόμευε το κράτος και την κοινωνία. Κατά δεύτερο η υπάρχουσα συνταγματική ρύθμιση  δεν παρέχει εν λευκώ εντολή στην εκτελεστική εξουσία να περιορίζει ελεύθερα τα συνταγματικά δικαιώματα αλλά  μόνον στις περιπτώσεις εκείνες, που προβλέπει το Σύνταγμα και κατά το μέτρο, τον τρόπο και τον χρόνο που οι περιορισμοί αυτοί συνδέονται με αιτιώδη συνάφεια με τα θεσμικό αντικειμενικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ασκούνται. Η συνταγματικότητα των μέτρων εξαρτάται από την αλήθεια της απειλής. Συνταγματικές εγγυήσεις παρεμπόδισης μιας ενδεχόμενης μελλοντικής κατάχρησης είναι η ίδια η Βουλή, διότι οι ΠΝΠ εγκρίνονται, άρα και τροποποιούνται από τη Βουλή, Είναι η Δικαστική Εξουσία η οποία θα κρίνει την νομιμότητα των περιοριστικών μέτρων. Είναι τέλος η ενεργοποίηση του δικαιώματος αντίστασης των πολιτών στις περιπτώσεις στις οποίες προβλέπεται.

dikastiko.gr 31.3/2020



Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2019

Η ΑΔΕΣΜΕΥΤΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΒΟΥΛΗ




Του Ανδρέα  Δημητρόπουλου

1.      Κομματική και επιστημονική ερμηνεία
Τόσο εκτός όσο και εντός Βουλής – κατά την  συζήτηση στην Ολομέλεια του πορίσματος της Επιτροπής Αναθεώρησης, τέθηκε – ως μη όφειλε- επανειλημμένα και μετ΄ επιτάσεως το ζήτημα της δέσμευσης της επόμενης αναθεωρητικής Βουλής από την απόφαση της παρούσας Βουλής, ως προς το περιεχόμενο των αναθεωρητικών της προτάσεων. Η κυβερνητική πλειοψηφία υποστήριξε σθεναρά την θέση, που είχε και παλαιότερα διατυπώσει ο πρωθυπουργός, ότι οι αναθεωρητικές προτάσεις  της παρούσας Βουλής είναι δεσμευτικές ως προς το περιεχόμενό τους και οφείλει να τις ακολουθήσει η επόμενη Βουλή. Αντίθετα η αντιπολίτευση αντέτεινε ότι η αναθεωρητική Βουλή δεν δεσμεύεται. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η «κομματική ερμηνεία» του Συντάγματος εμπεριέχει σκοπιμότητες και πέρα από τα μειονεκτήματά της, βοηθά στην κατανόηση της «πραγματικής λειτουργίας» της διάταξης. Έτσι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο δεσμευτικός χαρακτήρας της πρότασης εξασφαλίζει την υλοποίηση της πολιτικής βούλησης της σημερινής πλειοψηφίας, ενώ η αντίθετη λύση επιτρέπει στην νέα πλειοψηφία να ρυθμίσει το όλο ζήτημα.
Η ερμηνεία του Συντάγματος δεν μπορεί παρά να προκύπτει ως αποτέλεσμα της εφαρμογής επιστημονικών μεθόδων και κριτηρίων και το τελικό αποτέλεσμά της αναγκαία θα υιοθετήσει κάποια άποψη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υιοθετεί και οποιαδήποτε κομματική υστεροβουλία.

2.      Αναθεωρητική πρόταση και Αναθεώρηση
Αφετηρία της απάντησης αποτελεί η αυστηρότητα του Συντάγματος. Το Ελληνικό Σύνταγμα είναι αυστηρό, δηλαδή για όσες διατάξεις του επιτρέπεται η αναθεώρηση, καθιερώνει αναθεωρητική διαδικασία πιο δύσκολη από εκείνη των νόμων, αποτρέποντας έτσι τις «εν θερμώ» ή τις «γρήγορες» αναθεωρήσεις. Η παραδοχή δεσμευτικού χαρακτήρα της πρότασης αποδυναμώνει τον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος. Για τον λόγο αυτό –μεταξύ άλλων-  η όλη ρύθμιση του Συντάγματος βασίζεται στην διάκριση μεταξύ αναθεωρητικής πρότασης και αναθεώρησης. Η αναθεωρητική πρόταση γίνεται από οποιαδήποτε «κοινή» δηλαδή Βουλή, από την κοινή δηλαδή νομοθετική εξουσία. Η αναθεώρηση όμως γίνεται από την επόμενη, μετά δηλαδή τις εκλογές Βουλή, η οποία είναι και η αναθεωρητική, η Βουλή που ασκεί αναθεωρητική εξουσία.  Για τον χαρακτήρα των συμπραττουσών Βουλών ως κοινής μεν της πρώτης και ως αναθεωρητικής της δεύτερης δεν φαίνεται να υπάρχει εύλογη  αμφιβολία.

3.      Η Ιεραρχική σχέση
Μεταξύ όμως των Βουλών αυτών δεν υπάρχει ισοτιμία αλλά ιεραρχική σχέση. Η συντακτική αναθεωρητική εξουσία υπερέχει της κοινής νομοθετικής εξουσίας. Είναι επομένως η ιεραρχία των εξουσιών και των οργάνων, εκείνη η οποία θέτει το απαραίτητο ερμηνευτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να λυθεί οποιαδήποτε ερμηνευτική αμφιβολία. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο εφόσον πρόκειται για ζητήματα «δέσμευσης». Πως είναι δυνατόν να υποστηρίζεται, ότι  η κοινή νομοθετική Βουλή δεσμεύει την Αναθεωρητική, δηλαδή, ότι η νομοθετική εξουσία δεσμεύει την συντακτική/αναθεωρητική εξουσία; Η ιεραρχία των εξουσιών αποκρούει την εκδοχή της δέσμευσης
Δέσμευση της δεύτερης από την πρώτη Βουλή με καθαρά επιστημονικά κριτήρια θα μπορούσε να υποστηριχθεί, μόνον εφόσον το όριζε ρητή συνταγματική διάταξη με σαφήνεια και χωρίς αμφιβολία. Όμως στην περίπτωση αυτή θα επρόκειτο για καθιέρωση άλλου συστήματος, δηλαδή αναθεωρητική θα ήταν και η πρώτη και η δεύτερη Βουλή, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει με την ισχύουσα ελληνική ρύθμιση.  Στο ισχύον σύστημα οι συμπράττουσες Βουλές βρίσκονται σε ιεραρχική σχέση.  Γι αυτό η πρώτη Βουλή απλώς προτείνει και η επόμενη αναθεωρεί.

4.      Ανάγκη αναθεώρησης και Αναθεώρηση
Όπως ρητά ορίζει το Σ. άρθρ, 110 παρ 2 η προτείνουσα Βουλή διαπιστώνει την ανάγκη αναθεώρησης του Συντάγματος δηλαδή δεν αναθεωρεί αλλά εντοπίζει ότι η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι αναγκαία. Και είναι πολύ μακράν και του γράμματος του Συντάγματος η άποψη, ότι η διαπίστωση της ανάγκης συνιστά αναθεώρηση. Κατά μείζονα λόγο, όταν η επόμενη η Αναθεωρητική δηλαδή Βουλή έχει την εξουσία να μην προχωρήσει στην αναθεώρηση, να κρίνει δηλαδή, ότι η αναθεώρηση δεν είναι αναγκαία. Πως είναι επομένως δυνατόν να υποστηρίζεται  και πέρα των άλλων, ότι η αναθεωρητική Βουλή δεν δεσμεύεται να προβεί στην αναθεώρηση, αν όμως προχωρήσει δεσμεύεται από το περιεχόμενο της πρότασης; Καταλήγει δηλαδή στο άτοπο, ότι η Αναθεωρητική Βουλή αν δεν συμφωνεί με την πρόταση, τελικά δεν θα προβεί στην αναθεώρηση προκειμένου να αποφύγει την δέσμευση. Πάλι δηλαδή μπορεί να ματαιώσει την «δεσμευτικότητα». Δεν αντέχει επομένως η άποψη αυτή σε  λογική ανάλυση.

5.      Ο ειδικός καθορισμός των διατάξεων
Κατά την ίδια διάταξη του άρθρ. 110 παρ. 2 με την απόφαση της νομοθετική εξουσίας καθορίζονται ειδικά οι διατάξεις που πρέπει να αναθεωρηθούν. Με την διάταξη αυτή ο συντακτικός νομοθέτης ορίζει το περιεχόμενο και την μορφή της πρότασης. Ρητά ορίζει ότι καθορίζονται οι αναθεωρητέες διατάξεις. Αρκεί δηλαδή η αναφορά στην πρόταση της νομοθετικής εξουσίας των αριθμών των διατάξεων και δεν απαιτείται να αναφέρεται οποιοδήποτε άλλο περιεχόμενο. Και από αυτή επίσης την διατύπωση συνάγεται ότι δεν υπάρχει δεσμευτικότητα ως προ το περιεχόμενο της πρότασης , εφόσον δεν ορίζεται ότι πρέπει να αναφέρεται οποιοδήποτε αναθεωρητικό περιεχόμενο. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η νομοθετική Βουλή δεν μπορεί να διατυπώσει κάποιο αναθεωρητικό περιεχόμενο. Ασφαλώς μπορεί ΄και οπωσδήποτε είναι πολύ καλλίτερα να συμπεριλάβει και συγκεκριμένες νομοτεχνικά διατυπωμένες προτάσεις. Σημαίνει μόνον ότι οι προτάσεις αυτές δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα. Η λεγόμενη «θεωρία των κατευθύνσεων» όχι μόνον δεν βοηθά αλλά και περιπλέκει τα πράγματα. 
Η αναθεωρητική πρόταση περιορίζεται στον εντοπισμό των διατάξεων. Όπως ρητά ορίζεται στο άρθρ. 110 παρ.3    αφού η αναθεώρηση – δηλαδή η ανάγκη αναθεώρησης-  αποφασιστεί από τη (κοινή) Βουλή η επόμενη (αναθεωρητική) Βουλή κατά την πρώτη σύνοδό της αποφασίζει για τις αναθεωρητέες διατάξεις. Ρητά η αποφασιστική εξουσία ανατίθεται στην επόμενη Βουλή.

6.      Η παρεμβολή των Εκλογών
Η μεγάλη εγγύηση της όλης αναθεωρητικής διαδικασίας είναι η παρεμβολή των εκλογών. Τα βασικά προς αναθεώρηση θέματα οπωσδήποτε ενδιαφέρουν τους ψηφοφόρους αλλά και ευρύτερα η ανάδειξη της ίδιας πλειοψηφίας αποτελεί συμφωνία προς την  αναθεωρητικής της πρωτοβουλία και έτσι η αναθεωρητική της πρόταση αποκτά πολιτικά δεσμευτικό χαρακτήρα. Αντίθετα η ανάδειξη άλλης πλειοψηφίας έχει τις ανάλογες επιπτώσεις επί της αναθεώρησης (όπως έγινε το 2008).  

Επιλογικά και αναφορικά πάντα γενικότερα προς την δεσμευτικότητα πρέπει να τονιστεί, ότι  η αναζήτηση του δεσμευτικού χαρακτήρα της αναθεωρητικής πρότασης έχει πολύ λιγότερη σημασία από το μείζον ζήτημα της  εφαρμογής της βέβαιης δεσμευτικότητας του αποτελέσματος των κατά το άρθρο 44 δημοψηφισμάτων.  



ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
Ομ, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου
Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών



.



Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2019

ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΙ ΑΚΡΟΒΑΤΙΣΜΟΙ




  

1. Στην μνημονιακή Ελλάδα στην οποία η τήρηση και η εφαρμογή του Συντάγματος αγκομαχά και υποφέρει κάτω από την πίεση του χρέους και των δανειστών,  δεν είναι ασφαλώς λίγες οι φορές, κατά τις οποίες η κοινοβουλευτική πραγματικότητα βγαίνει έξω από το όρια της συνήθους κοινοβουλευτικής πρακτικής, των κοινοβουλευτικών ηθών και της κοινοβουλευτικής κανονικότητας. Στο πλαίσιο αυτό  ανήκουν, οι προσπάθειες ad hoc τροποποίησης του Κανονισμού της Βουλής και οι νεόκοπες  ¨δηλώσεις στήριξης¨.
2.        Την έννοια και τη συγκρότηση των Κοινοβουλευτικών ομάδων (ΚΟ) ορίζει ο Κανονισμός της Βουλής (ΚΒ).  O ελάχιστoς αριθμός Boυλευτών για τη συγκρότηση μιας Koινoβoυλευτικής Oμάδας είναι δέκα. Αν στην πορεία αποχωρήσουν βουλευτές ο χαρακτήρας και η αναγνώριση όπως επίσης και τα προνόμια της κοινοβουλευτικής ομάδας διατηρούνται μέχρι και του αριθμού των πέντε βουλευτών, εφόσον συντρέχουν οι (δύο) προϋποθέσεις που ορίζει ο ΚΒ. Κατά την πρώτη που ενδιαφέρει  εν προκειμένω, πρέπει  οι  πέντε βουλευτές να εκλέχθηκαν με το συγκεκριμένο κόμμα και  εξακoλoυθoύν να ανήκoυν σε αυτό. Αν επομένως έχουν απομείνει 4 από τους παλαιούς βουλευτές και έχει προσχωρήσει ένας, πληρούται το αριθμητικό όχι όμως και το «ποιοτικό» κριτήριο. Είναι ακριβώς η κατάργηση του ποιοτικού κριτηρίου εκείνη που επιδιώκεται με την τροποποίηση του ΚΒ έτσι ώστε να αρκεί ο αριθμός των βουλευτών, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η πολιτική τους καταγωγή. Υποστηρίζεται μάλιστα ότι θα είναι καλλίτερη και η μείωση του ελάχιστου αριθμού που απαιτείται για την συγκρότηση ΚΟ. Πέρα από την θέση, υπέρ ή κατά, που μπορεί να έχει κανείς για τα συγκεκριμένα θέματα, αναντίρρητο είναι ότι αλλαγές τόσο στον ΚΒ ή και οπουδήποτε αλλού πρέπει να γίνονται γενικά και απρόσωπα και όχι να έχουν φωτογραφικό χαρακτήρα ή και να επιτρέπουν την υπόνοια έστω ότι γίνονται ανταποδοτικά.
3.         Κατά τον ΚΒ κάθε βoυλευτής μπoρεί να ανήκει σε μία μόνo Koινoβoυλευτική Oμάδα. Κάθε βουλευτής μπορεί είτε να ανήκει σε μια ΚΟ είτε να μην ανήκει, δηλαδή να είναι ανεξάρτητος. Εφόσον όμως ανήκει σε ΚΟ, μπορεί να επιλέξει μόνον μία, δεν μπορεί δηλαδή να είναι μέλος δύο κοινοβουλευτικών ομάδων. Δεν μπορεί ένας βουλευτής να είναι μέλος δύο πχ συμπολιτευόμενων ή αντιπολιτευόμενων ΚΟ  και πολύ περισσότερο δεν μπορεί να είναι μέλος της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης. Τέτοιες καταστάσεις δεν αντιβαίνουν απλά στην κοινοβουλευτική πρακτική αλλά και στην κοινοβουλευτική και την κοινή λογική. Από την άποψη αυτή οι ¨δηλώσεις στήριξης¨ των 6 βουλευτών είναι ιδιαίτερα προβληματικές και κυρίως των δύο εξ αυτών οι οποίοι δεν είναι ανεξάρτητοι αλλά ανήκουν ήδη σε άλλη κοινοβουλευτική ομάδα. Και τούτο διότι αφενός με απαγορεύεται ένας βουλευτής να ανήκει σε δύο κοινοβουλευτικές ομάδες, αφετέρου διότι είναι αδιανόητο βουλευτής  κοινοβουλευτικής ομάδας να μη στηρίζει την ομάδα στην οποία ανήκει αλλά να υποβάλλει δήλωση στήριξης υπέρ άλλης.
4.        Οι Boυλευτές θεωρoύνται ότι ανήκoυν στην Koινoβoυλευτική Oμάδα τoυ Kόμματoς με τo oπoίo εκλέχθηκαν, εκτός αν δηλώσoυν ενυπόγραφα διαφoρετική πρoτίμηση. H ενυπόγραφη αυτή δήλωση μπoρεί να υπoβληθεί στoν Πρόεδρo της Boυλής oπoτεδήπoτε κατά τη διάρκεια της βoυλευτικής περιόδoυ. Κατά τον ΚΒ στον Πρόεδρο υποβάλλεται δήλωση προτίμησης για την ένταξη σε κάποια ΚΟ ή δήλωση αποχώρησης και ανεξαρτητοποίησης. Δήλωση ¨στήριξης¨ δεν προβλέπεται, προφανώς διότι εμπεριέχει έντονη αντιφατικότητα. Ουσιαστικά σημαίνει ένταξη στην ΚΟ υπέρ της οποίας δηλώνεται η στήριξη, τυπικά όμως … διατηρείται η ιδιότητα του … ανεξάρτητου ή του μέλους άλλης ΚΟ. Όμως έχοντας υποβάλλει τέτοια δήλωση ουδείς είναι πλέον ούτε  … ανεξάρτητος ούτε…. μέλος άλλης ΚΟ. Είναι χρέος του Προέδρου της Βουλής να άρει τους αντίθετους προς την κανονικότητα κοινοβουλευτικούς αυτούς ακροβατισμούς.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ     5.2/2019

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2019

Συνταγματικές Παραβάσεις μετά την Διάλυση του Κυβερνητικού Συνασπισμού







Ανδρέας Δημητρόπουλος
Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου

1. Η διάλυση του κυβερνητικού συνασπισμού αναγκαία ενεργοποιεί βασικές συνταγματικές διαδικασίες, οι οποίες όπως δείχνει η εφαρμογή τους δεν έχουν γίνει απόλυτα κατανοητές.  (α) Το Σύνταγμα απαγορεύει κυβέρνηση μειοψηφίας και κατοχυρώνει την αρχή της δεδηλωμένης πλειοψηφίας. Αυτό ακριβώς σημαίνει ότι η κυβέρνηση πρέπει  κάθε στιγμή να διαθέτει πλειοψηφία καθαρή, ορατή, αναμφισβήτητη. Σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα ψήφος εμπιστοσύνης της Βουλής δεν επιτρέπεται να ζητείται από κυβέρνηση μειοψηφίας παρά μόνον από κυβέρνηση που διαθέτει την δεδηλωμένη. (β Οι προβλεπόμενες συνταγματικές διαδικασίες (Άρθρ. 37, 38, 84 Σ) εφαρμόζονται είτε αμέσως μετά τις εκλογές είτε κατά την διάρκεια της βουλευτικής περιόδου μετά από ανακατατάξεις των κοινοβουλευτικών δυνάμεων, της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας στη Βουλή.)
2. Οι συνταγματικές αυτές διαδικασίες δεν μπορεί να συντελούνται ερήμην του Προέδρου της Δημοκρατίας, στον οποίο επιφυλάσσει εν προκειμένω ο συντακτικός νομοθέτης σημαντικό ρόλο ως ρυθμιστή του πολιτεύματος. γ)  Η όλη ρύθμιση του Συντάγματος σχετικά με την ανάδειξη της Κυβέρνησης βασίζεται στην κοινοβουλευτική δύναμη των πολιτικών κομμάτων. Συνταγματικά ενδιαφέρουσες αλλαγές της δύναμης των κοινοβουλευτικών κομμάτων πρέπει να ανακοινώνονται από τον Πρόεδρο της Βουλής  στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας  πριν αυτός προβεί σε ανάθεση εντολής, διευρευνητικής ή σχηματισμού κυβέρνησης, είτε αμέσως μετά τις εκλογές ή σε άλλο χρονικό σημείο  (άρθρ. 37 παρ.4Σ). Σημαντικό συνταγματικό γεγονός για τον βίο της κυβέρνησης είναι η διάλυση του κυβερνητικού συνασπισμού.    Αμέσως μετά την αποχώρηση από τον κυβερνητικό σχηματισμό  κάποιου κυβερνητικού εταίρου του οποίου η κοινοβουλευτική δύναμη είναι απαραίτητη για την διατήρηση της κυβέρνησης στην εξουσία,   ο ΠτΒ οφείλει να ενημερώσει τον ΠτΔ για την δύναμη των κομμάτων. Ενδεχόμενη καθυστέρηση είναι συνταγματικά αδικαιολόγητη. Η επίσημη αυτή ανακοίνωση της (κατά κανόνα γνωστής άλλωστε) κοινοβουλευτικής δύναμης των κομμάτων αποτελεί την βάση της παραπέρα συνταγματικής διαδικασίας.
3. Ο πρωθυπουργός οφείλει  να παραιτηθεί εφόσον μετά τις κοινοβουλευτικές ανακατατάξεις, δεν διαθέτει την απαιτούμενη πλειοψηφία. Εφόσον η αποχώρηση του κυβερνητικού εταίρου έχει ως συνέπεια την απώλεια της απαιτούμενης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας  ο πρωθυπουργός οφείλει άμεσα να υποβάλλει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την παραίτηση της κυβέρνησής του, καθόσον το Σύνταγμα δεν επιτρέπει ούτε στιγμή κυβέρνηση μειοψηφίας. Δεν μπορεί σε καμία περίπτωση ως πρωθυπουργός μειοψηφίας να παραμείνει και να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης από την Βουλή, διότι το Σύνταγμα δεν επιτρέπει ούτε στιγμή Κυβέρνηση μειοψηφίας. Με άλλα λόγια κυβέρνηση δεδηλωμένης μειοψηφίας δεν μπορεί να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης της βουλής. Με την υποβολή της παραίτησης ο ΠτΔ θα ζητήσει από τον Πρωθυπουργό να παραμείνει στη θέση του μέχρι τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης. Με την παραίτηση του Πρωθυπουργού Κυβέρνησης μειοψηφίας  κατ εφαρμογή του άρθρ. 38 παρ. 1 εδ, α΄Σ ανατίθενται οι διερευνητικές εντολές ή και ακολουθεί και όλη η διαδικασία του άρθρου 37 ( Σύγκληση Αρχηγών ή και Υπηρεσιακή Κυβέρνηση)
4. Κατ εξαίρεση προς τα παραπάνω δεν  είναι απαραίτητη η υποβολή παραίτησης του Πρωθυπουργού αν εντωμεταξύ βουλευτές προσχωρήσουν στην παράταξη του πρωθυπουργού ή και κατ οικονομία αν  άλλα κόμματα ή ανεξάρτητοι βουλευτές δηλώσουν δημόσια ότι θα στηρίξουν την κυβέρνηση, -είτε με θετική ψήφο είτε με αποχή-  και οι δημόσιες αυτές δηλώσεις εξασφαλίζουν την δεδηλωμένη - αν δηλαδή ο πρωθυπουργός παρά την αποχώρηση του κυβερνητικού εταίρου διαθέτει την δεδηλωμένη. φ περίπτωση και μόνον αυτή ο πρωθυπουργός μπορεί  να παραμείνει και διαθέτοντας την δεδηλωμένη να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης. Εφόσον η κυβέρνηση λάβει ψήφο εμπιστοσύνης μπορεί να παραμείνει μέχρι τέλους της θητείας της ή να ζητήσει – πάντοτε ως κυβέρνηση πλειοψηφίας -  την πρόωρη διεξαγωγή εκλογών. Η Κυβέρνηση πλειοψηφίας μπορεί επίσης να παραιτηθεί, οπότε στην περίπτωση αυτή παραλείπονται οι διερευνητικές εντολές. (38 παρ.1 εδ, β΄Σ)
5. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η δήλωση του πρωθυπουργού κατά την οποία,  η κυβέρνησή του μπορεί διατηρείται με αμφισβητούμενη πλειοψηφία δεν είναι σύμφωνη προς τις συνταγματικές ρυθμίσεις. Μη σύμφωνη προς το Σύνταγμα είναι επίσης η δήλωση ότι δεν οφείλει συνταγματικά να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης, και ότι προβαίνει στην ενέργεια αυτή από πολιτική μόνον προαίρεση. Όσο δεν υπάρχουν δημόσιες δηλώσεις (δεν αρκούν οι μυστικές διαβεβαιώσεις)  6 τουλάχιστον βουλευτών ότι στηρίζουν το υπάρχον κυβερνητικό σχήμα, η κυβέρνηση παραμένει συνταγματικά μετέωρη και εκτεθειμένη, διότι θα έπρεπε να έχει υποβάλλει την παραίτησή της και όχι  να ζητεί (ως μειοψηφία) την εμπιστοσύνη της Βουλής. Πρωταρχική υποχρέωση πρέπει να είναι η φροντίδα για την επίσημη ανακοίνωση στον ΠτΔ της δύναμης των κομμάτων και κυρίως η εξασφάλιση  δημόσιων δηλώσεων στήριξης της κυβέρνησης τουλάχιστον από 6 βουλευτές ώστε να αρθεί κάθε συνταγματική εκκρεμότητα. Και μπορεί μεν η παρούσα κυβέρνηση να λάβει τελικά ψήφο εμπιστοσύνης και το όλο θέμα «να καλυφθεί». Όμως οι συνταγματικές διαδικαστικές παραβάσεις θα έχουν συντελεστεί και θα έχουν δημιουργήσει «κακό προηγούμενο» με τους ανάλογους κινδύνους για το μέλλον.